Ένα μουσικό “γράμμα” στο όνομα της παγκόσμιας ειρήνης, μία ωδή προς τις φωτεινές αντιστάσεις ενός κόσμου, που μπορεί να είναι καλύτερος. Ακριβώς 100 χρόνια από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, το “No Man’s Land” του Γιάννη Ψαθά (ή John Psathas, όπως είναι διεθνώς γνωστός) αποτελεί μία παγκόσμια σύναξη (εκπληκτικών) μουσικών που μέσα από το έργο του Ελληνονεοζηλανδού συνθέτη καταθέτουν ένα αφοπλιστικό και υψηλής αισθητικής αφήγημα μιας ιστορίας εξαγνισμού των φρικαλεοτήτων που μπορεί να προκαλέσει η σκοτεινή συνωμοσία και η παράνοια ενός Πολέμου.

 

Πρόκειται για ένα mega multimedia project, στο οποίο συμπράττουν επί σκηνής και επί… κινηματογραφικής οθόνης μία πλειάδα κορυφαίων μουσικών και ανάμεσά τους, τρεις Έλληνες. Ιδού: Serj Tankian, Oum El Ghait Benessahraoui, Meetas Pandit, Refugees of Rap, Marta Sebestyen, Derya Turkan, Sadrettin Özcimi, Shahbaz Hussain, The Orchestre Philharmonique de Strasbourg, Bijan Chemirani, Στρατής Ψαραδέλλης, Βαγγέλης Καρίπης, Paolo Cimmino, Netherlands Blazers Ensemble, Alexej Gerassimez, Renkei Hashimoto, Fara Diouf, Hang Pierre Mea, Simone Rebello, Jolanta Kosa Kossakowska, David Ross, David Henderson, Svet Stoyanov, Tecwyn Evans, Mateusz Szemraj, Benjamin Schäfer, Hayden Chisholm, Russel Walder, Σοφία Λαμπροπούλου, Yanal Staiti, Caleb Robinson, Ariana Tikao, David Downes, Joe Callwood, Jack Hooker, The Nudge.

 

Επί μήνες, ο John Psathas, η Jasmine Millet (παραγωγή και σκηνοθεσία), ο Matthew Knight (διευθυντής φωτογραφίας) μαζί με τον Γιώργο Καρυώτη (ηχοληψία) αναμόχλευσαν τις βαθιά ριζωμένες και σκονισμένες αναμνήσεις, στα πεδία των μαχών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, σε Γαλλία, Βέλγιο, Πολωνία και Τουρκία. Εκεί όπου το χώμα μοιάζει ακόμη τρομαγμένο και πληγωμένο από όσα “μαρτύρησε”. Εκεί, οι επικεφαλής του “No Man’s Land” κινηματογράφησαν μουσική και λόγια σπαραγμού, αλλά και ειρήνης. Το αποτέλεσμα είναι ένα συγκλονιστικό μουσικό ντοκιμαντέρ, με το οποίο αλληλεπιδρούν οι μουσικοί της “ζωντανής” ορχήστρας επί σκηνής. Ήδη, μετά τις δύο πρώτες συναυλίες στις δύο μεγαλύτερες πόλεις της Νέας Ζηλανδίας, το Ουέλιγκτον και το Όκλαντ, οι κριτικές είναι διθυραμβικές και κάνουν λόγο όχι απλώς για ένα “καλό μουσικό event”, αλλά για κάτι που αγγίζει τα όριο του μοναδικού, ως εμπειρία!

 


Το Μusicpaper, ωστόσο, απευθύνθηκε στον ίδιο τον δημιουργό του έργου, John Psathas


 

“Η γενικότερη ιδέα του project υπήρξε το να θυμηθούμε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έπειτα από 100 χρόνια και να εκμεταλλευτούμε τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη διεξαγωγή του, ώστε να σκεφτούμε το τι έγινε και το ποιες είναι οι διαφορές με το παρόν. Ένας τρόπος με τον οποίο το πράξαμε αυτό ήταν με το να πάμε πίσω σε μερικά από τα μέρη όπου διεξήχθη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και να βρούμε ανθρώπους από αυτές τις χώρες, που ενεπλάκησαν στις εχθροπραξίες. Να τους πάμε πίσω στα πεδία των μαχών, να πάμε 100 χρόνια πίσω μαζί τους, αλλά με ένα θετικό τρόπο αυτή τη φορά. Και αυτός ο τρόπος είναι η μουσική.

 

Για εμένα, η ιδέα του να έρθουν κοντά τόσοι πολλοί μέσω της μουσικής μου, είναι η απάντηση του τι είναι ικανοί να κάνουν οι άνθρωποι, σε αντίθεση με τις πράξεις θανάτου. Αντιθέτως, μπορούμε να φτιάξουμε υπέροχα πράγματα, όπως οικογένεια, κοινότητες και πολιτισμό. Είναι μια κοινότητα όλοι αυτοί οι εξαιρετικοί μουσικοί που ήρθαν κοντά σε αυτό το project. Μία ιδιότυπη μουσική οικογένεια.

Υπάρχει, επίσης, η ιδέα του να θυμόμαστε τα ιδανικά που “μίλησαν” τότε και ήταν αποτέλεσμα προπαγάνδας και όχι το τι πραγματικά σκεφτόταν ο κόσμος.

 

 

Η προετοιμασία του project ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία. Όταν πήγαμε στη Γαλλία, μείναμε σε ένα μικρό χωριό κι ιδιοκτήτης του σπιτιού που μας φιλοξένησε, είχε βαθιά γνώση τις ιστορίας του συγκεκριμένου τόπου, αφού του ανήκει σήμερα, ένα από τα πεδία μάχης στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν εκεί όπου το 1914 οι αντιμαχόμενοι στρατιώτες γιόρτασαν μαζί τα Χριστούγεννα.

Πρόκειται για μία εντελώς διαφορετική εμπειρία όταν βρίσκεσαι εκεί δια ζώσης, ακόμη και αν έχεις γνωρίσει ένα μέρος μέσα από ένα βιβλίο ή ένα ντοκιμαντέρ. Αυτό ήταν ίσως το σημαντικότερο που κάναμε ως ομάδα παραγωγής, γιατί είχαμε την ευκαιρία της επί τόπου εμπειρίας και το να μοιραστούμε τις σκέψεις μεταξύ μας. Πήγαμε, επίσης, στο Βέλγιο και στον λεγόμενο “Λόφο 62”, όπου υπήρχε ένα Μουσείο ακριβώς πίσω από ένα καφέ. Μας επηρέασε πάρα πολύ και μας ώθησε στο να αισθανθούμε και να μοιραστούμε τις σκέψεις μας”