Κατά καιρούς διάφορες ατάκες ή λέξεις κάνουν την εμφάνισή τους στους τοίχους ή στα πιο απίθανα μέρη της πόλης. Σε παγκάκια, σε πολυκατοικίες, σε λεωφορεία, σε κολώνες κλπ κλπ. Δεν μπορεί να μην έχετε δει τη λέξη "Λάθως", "Βασανίζομαι", "Lifo" και χίλια δύο άλλα... Το καθένα από αυτά κρύβει πίσω τη δική του ιστορία. Εκτός όμως, από τις μεμονωμένες λέξεις κατά καιρούς "σκάνε" και διάφοροι στίχοι από ποιήματα ή αναρχικά συνθήματα που τα βλέπεις σε τοίχους κυρίως γύρω από τα Εξάρχεια, προφανώς, αλλά και αλλού. 

 

Αυτή τη φορά ίσως έχετε παρατηρήσει στο κέντρο στίχους από ένα τραγούδια. Από ένα συγκεκριμένο τραγούδι που λες και είναι σπασμένο σε κομμάτια ανά στίχους και κάποιος το αφήνει κομμάτι κομμάτι στο σώμα της πόλης για να το διαβάζει κάποιος άλλος ή για να ακολουθήσει ένα μονοπάτι ή να λύσει κάποιο ιδιότυπο γρίφο. 

 

Οι στίχοι του Παύλου Παυλίδη από το κομμάτι "Φωτιά στο Λιμάνι" από την εποχή των Ξύλινων Σπαθιών γράφονται σε ολοένα και περισσότερα σημεία ως άλλα "σήματα καπνού" προς κάποιον ερωτευμένο Ινδιάνο που θα τα αποκωδικοποιήσει περνώντας από τα συγκεκριμένα σημεία και αυτά θα του θυμίσουν κάτι ή θα τον οδηγήσουν κάπου. 

 

"Γελάς γιατί σε θέλω" ή λίγα στενά πιο κάτω "Και μου λες λοιπόν θυμήσου", πάνω σε ένα κάδο "Σαν ταινία η ζωή σου" και στον από κάτω δρόμο "Ξέρω ένα παιδί που μου λέει πως σε ξέρει"... 

 

Τις περισσότερες φορές πίσω από τέτοιες κινήσεις κρύβεται ένας μεγάλος παθιασμένος νεανικός έρωτας ή ας φανταζόμαστε κάτι τέτοιο...