«Γεννηθέντες 19 Οκτωβρίου 1952 στο μαιευτήριο «Έλενα», δίπλα στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. 19 χρόνια αργότερα, στα 1971. Ήταν τότε που ο Βάρναλης, ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Καβάφης και ο Σεφέρης, δε μας κάλυπταν πια. Κάτι άλλο υπήρχε. Κάτι που δεν το ξέραμε κι όμως μας έλειπε, το μυριζόμασταν, το περιμέναμε, το ψάχναμε. Ερχόταν μέσα από τα τραγούδια των Grateful Dead,των Beatles, των Velvet Underground, του Βob Dylan, του Frank Zappa. Στίχοι θρύψαλα, πολύτιμα θραύσματα μιας άλλης διάστασης, ενός κόσμου που πάλευε να μας συναντήσει και παλεύαμε να τον συναντήσουμε». Έτσι ξεκινά το αυτοβιογραφικό κείμενο των αδελφών Κατσιμίχα που εμπεριέχεται στην τελευταία μέχρι σήμερα κοινή δισκογραφική τους εργασία επάνω στην beat ποίηση, που κυκλοφόρησε το 2012. Με αφορμή τη γενέθλιά τους μέρα τo MusicPaper αναδημοσιεύει αποσπάσματα της συνέντευξής τους στον γράφοντα, για τα χρόνια πριν τα «Ζεστά Ποτά», στο πλαίσιο του αφιερώματος  του περιοδικού Μετρονόμος, τχ. 44

 

Συνεχίζετε να πιστεύετε οτι είστε «ελάσσονες που γράψανε και αυτοί την ιστορία τους» όπως είχατε δηλώσει σε παλαιότερη συνέντευξή σας όπως είχατε δηλώσει στο περιοδικό «ΜΕΤΡΟ», 1997.

Χάρης: Στη δεκαετία του `70 κυρίως, αλλά και μέχρι τις αρχές του `80, είχαν φάει οι πάντες ένα πολύ χοντρό κόλλημα. Σχεδόν σε όλες τις παρέες, γινόταν μια ανούσια και αδιέξοδη κατά τη γνώμη μου συζήτηση, σε σχέση με το μείζον και το έλασσον στην τέχνη και κυρίως στην ποίηση. Θυμάμαι ανθρώπους να λένε, καλός είναι αυτός ο Καββαδίας, αλλά ελάσσων. Δεν είναι Ελύτης, δεν είναι Σεφέρης...Καλός είναι ο Κουγιουμτζής, αλλά δεν είναι Θεοδωράκης, δεν είναι Χατζιδάκις... Από τότε, εμένα αυτό το πράγμα με ενοχλούσε πάρα πολύ και το έβρισκα εντελώς χουλιγκανίστικο. Eίναι, δηλαδή, σα να λέμε ότι η «εποποιία της καθημερινότητας», είναι κάτι χωρίς ιδιαίτερη σημασία, κάτι δεύτερο, κάτι που δεν αξίζει να ασχοληθεί κάποιος μαζί του, γιατί μόνο βαριές έννοιες όπως πατρίδα, ελευθερία, δημοκρατία, παρελθόν, παρόν και μέλλον ενός λαού αξίζουν τον κόπο.  Δηλαδή οι μικρές καθημερινές τραγωδίες που ζούμε όλοι ανεξαιρέτως, είναι αμελητέες  και πρέπει η τέχνη να τις αγνοεί; Τότε, να μείνουμε μόνο στον Εθνικό ύμνο, στο Διονύσιο Σολωμό, στον Κωστή Παλαμά και στο Σικελιανό. Και όταν πια τους εξαντλήσουμε αυτούς, και δεν υπάρχει τίποτα άλλο να μελοποιήσουμε, ας μελοποιήσουμε  τον …Ορκο του Ιπποκράτη! Μάλιστα, έχει γίνει και αυτό από κάποιον συνθέτη της περασμένης γενιάς, του οποίου το όνομα δε θα αναφέρω. Κάντε μια αναδρομή στο παρελθόν και ακούστε τις σοβαροφανείς μετριότητες που γράφτηκαν ειδικά στην περίοδο της μεταπολίτευσης, που μιμήθηκαν κατά κόρον, κυρίως τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι. Βλέπεις, οι επίγονοι ήταν και είναι πάντα απόνερα του αυθεντικού.

 

 

Σε εκείνη, λοιπόν, τη συνέντευξη είχα πει, ότι μας ενδιαφέρουν τα θέματα των ανθρώπων της διπλανής πόρτας, κι ότι εμείς δεν είμαστε τίποτα άλλο, παρά δύο ίδιοι τους, που τους τα τραγουδούν. Αυτή η μεγαλοστομία λοιπόν της μεταπολίτευσης, αυτός ο λαϊκισμός, όλα αυτά τα «ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα'», είχαν φρικάρει εμένα προσωπικά, αλλά και πολύ κόσμο. Δεν είναι τυχαίο, ότι ο αδερφός μου κι εγώ, αλλά και σχεδόν όλη η γενιά μας, είχαμε πάψει να ακούμε ελληνική μουσική και  είχαμε στραφεί κυρίως στους αμερικανούς και στους βρετανούς μουσικούς και τραγουδοποιούς. Ο Μπομπ Ντύλαν, ο Νηλ Γιανγκ, ο Λέοναρντ Κοέν, ο Ντόνοβαν, οι Σάιμον και Γκαρφάνγκελ, οι Μπέρντς, οι Κίνκς, οι Στόουνς, οι Τζέθρο Ταλ, οι Ζέππελιν και όλοι αυτοί οι «ξενόφερτοι»  βρίσκονται πίσω από τα «Ζεστά Ποτά». Είμαι σίγουρος ότι αυτό ήταν που έκανε πολλούς και πολλές να αγκαλιάσουν με τόσο αγάπη τον παρθενικό μας δίσκο, με αποτέλεσμα να γίνει χρυσός σε δυο μήνες  και διπλά και τριπλά πλατινένιος στα επόμενα τρία χρόνια.

 

 

Οπότε, η ατάκα «είμαστε ελάσσονες, που όμως κι αυτοί έγραψαν την ιστορία τους»', δεν ήταν τίποτα άλλο από μια ειρωνεία, την οποία δεν είχα μπει καν στον κόπο να τεκμηριώσω, αλλά, αφού κάποιος, έστω και  μετά από 15 χρόνια ρωτάει, ορίστε η διευκρίνιση που θέλατε. Ελπίζω, ότι αυτή τη φορά ήμουν σαφής.

 

 

 

Είστε παιδιά αξιωματικού. Τι σήμαινε αυτό για τη ζωή και το έργο σας;

Πάνος: Ο πατέρας μου ήταν ένας σοβαρός, καλόκαρδος, αλλά μονόχνωτος (λόγω της δουλειάς του) άνθρωπος, ο κλασικός 50`s οικογενειάρχης, τίμιος μέχρι βλακείας (κάτι που εκτιμούσα βαθύτατα), με αρχές, δεξιούρας του κερατά, που ήθελε το καλό μας, όπως αυτός το εννοούσε. Παρένθεση εδώ. Οταν μεγαλώσαμε και γίναμε φοιτητές, τον τσιγκλάγαμε να μας βρίζει «παλιοκουμμούνια» και εμείς ηδονιζόμασταν και κλαίγαμε από τα γέλια. Τραγέλαφος. Η μάνα μου, μια γλυκιά, καλλιεργημένη και διακριτική παρουσία, που προσπαθούσε πάντα, σιωπηλή, να βοηθήσει με τη συμπαράσταση και την αγάπη της. Ο πατέρας μου, είπε ό,τι είχε να πει, έκανε ό,τι ήταν να κάνει, μέχρι που τελειώσαμε το Λύκειο. Έπειτα τελείωσε για πάντα η συγκατοίκηση. Οταν μπήκαμε στην Πάντειο, πήρε ξαφνικά μια μετάθεση και έφυγε εκτός Αθηνών με τη μάνα μου για 4-5 χρόνια. Οταν γυρίσανε, εμείς είχαμε μόλις φύγει για το Βερολίνο. Δεν είχε καμία ιδιαίτερη γνώμη για την επαγγελματική μας πορεία, μας άφησε να το παλέψουμε μόνοι μας και εδώ που τα λέμε, κι εμείς δεν τον ρωτήσαμε ποτέ. Όχι για να του τη σπάσουμε, αλλά για να μην τους φορτώνουμε τα βάσανά μας.

 

Όσο για τη μουσική, τον θυμάμαι να έρχεται στο δωμάτιο που παίζαμε και τραγουδούσαμε πιτσιρικάδες, βούρκωνε, γούσταρε, αλλά φεύγοντας έλεγε δήθεν αυστηρά: «Και είπαμε...Διάβασμα, διάβασμα. Έτσι;»  Δεν τον ενδιέφερε τόσο τι θα κάνουμε επαγγελματικά. Ο μοναδικός νταλκάς του, ήταν να γίνουμε σωστοί και τίμιοι άνθρωποι. Όταν ήρθε η ξαφνική επιτυχία με τα «Ζεστά Ποτά»  και αρχίσαμε τις συναυλίες, ερχόταν που και που με τη μάνα μου, κάθονταν μπροστά μπροστά και ήταν ευτυχείς.

 

 

Η επιλογή του Παντείου Πανεπιστημίου ήταν συνειδητή ή απλώς έπρεπε στα 18 σας χρόνια να ξεκινήσετε από κάπου;

Χάρης: Σαν Χάρης, έχω να πω, ότι και εκατό φορές να ξανασπούδαζα, πάλι Πάντειος θα ήταν η πρώτη μου επιλογή. Εν πάσει περιπτώσει, γούστα είναι αυτά, ο καθένας έχει τα ενδιαφέροντά του, έτσι κι εμείς είχαμε τα δικά μας. Εκείνα τα χρόνια λοιπόν, η Πάντειος ήταν μια θαυμάσια Σχολή, μια Σχολή όπου πήγαινες και έπαιρνες ένα είδος ευρύτερης γνώσης και παράλληλα, μέσα από τα μαθήματα που διδάσκονταν, σου δινόντουσαν  τα ερεθίσματα για να κάνεις μετά, χίλια δυο πράγματα. Με δυο λόγια, η Πάντειος ήταν το ιδανικό κατώφλι, για να προχωρήσεις αργότερα σε όποιον ή όποιους άλλους τομείς των ανθρωπιστικών σπουδών επιθυμούσες. Είμαι απόλυτα βέβαιος, ότι στην Πάντειο χρωστάω όλη τη μετέπειτα καριέρα μου στο τραγούδι, και αυτό το ξέρω τώρα, εκ των υστέρων.

 

 

Τα επόμενα δέκα περίπου χρόνια στη Γερμανία είναι ένα αξιοσέβαστο χρονικό πλαίσιο. Δύσκολα αποφασίζει κανείς στα τριάντα του χρόνια να επιστρέψει...

Χάρης: Οι περισσότεροι φίλοι της μουσικής μας, νομίζουν ότι ο Πάνος κι εγώ, είμαστε παιδιά μεταναστών, που είτε γεννήθηκαν στην Γερμανία, είτε πήγαν μαζί με τους γονείς τους εκεί. Οι γονείς μας δεν ήταν μετανάστες. Εμείς γεννηθήκαμε στην Αθήνα και μέχρι τα 22 μας χρόνια ζούσαμε εδώ. Που πάει να πεί, ότι εδώ τελειώσαμε το δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο, μετά το πανεπιστήμιο και δεν μας είχε περάσει καν από το μυαλό, ότι κάποτε θα βρεθούμε στη Γερμανία.

 

Γι' αυτό και δε γνωρίζαμε ούτε μία λέξη γερμανικά. Τώρα θα μου πεις, πώς βρεθήκαμε  στη Γερμανία; Όταν μας κάλεσαν κάποια αξιαγάπητα Γερμανάκια, Βερολινέζοι που γνωρίσαμε στην Ιο, τα καλοκαίρια του `73 και `74 και πήγαμε εκεί να τους επισκεφτούμε. Και από την πρώτη στιγμή, ο κόσμος ξαφνικά φωτίστηκε.

 

Αποτέλεσμα. Σε 4-5 μήνες  την κάναμε, με σκοπό  να πάμε Βερολίνο και να μείνουμε εκεί, για όσο περισσότερο καιρό γινότανε. Εδώ, όμως, θέλω να κάνω μία επισήμανση. Δεν πρέπει να μπερδεύετε την εν γένει Γερμανία, με το Βερολίνο. Το τότε Δυτικό Βερολίνο ήταν από μόνο του, ένα μικρό κράτος εν κράτει. Αυτό έλεγαν και οι ίδιοι οι βερολινέζοι. «Δεν είμαστε Γερμανοί, είμαστε Βερολινέζοι.

Πήγαμε λοιπόν, και τα δύο πρώτα χρόνια δεν κάναμε τίποτα άλλο παρά να γυρίζουμε δεξιά και αριστερά και να βλέπουμε πρόσωπα, καταστάσεις, πράγματα, να ακούμε, να βιώνουμε. όλα ήταν διαφορετικά από τη μιζέρια, που αφήσαμε πίσω. Από τη μιζέρια μιας εφηβείας μέσα στη Χούντα, από τη χειρότερη μιζέρια, που ακολούθησε μετά, εννοώ τη Μεταπολίτευση. Και κάποια στιγμή, αφού βρήκαμε και τις άκρες για δουλειά, αρχίσαμε να μαθαίνουμε και τη γλώσσα με σκοπό να σπουδάσουμε στο πανεπιστήμιο. Το Βερολίνο, για τα λαμόγια ήταν ό,τι χειρότερο. Τα ξερνούσε, το πολύ σε δύο εβδομάδες. 

 

Είδα πολλούς τύπους και τύπισσες  να έρχονται και σε χρόνο dt να ξεκουμπίζονται τρέχοντας. όταν όμως, το ζητούμενό σου ήταν να ζήσεις σ' αυτή την «παράξενη» πόλη, να ανταποκριθείς, στον τρόπο και την ιδιαίτερη νοοτροπία της, είχες βρει καινούρια πατρίδα. Εκεί κατάλαβα για πρώτη φορά, γιατί επί 23 χρόνια, ζώντας στην Ελλάδα, δεν μπορούσα να προσαρμοστώ, να ενταχθώ στα κόλπα, δεν άντεχα κανέναν και τίποτα. Εκεί, στο Βερολίνο συνειδητοποίησα ότι δεν αρμένιζα εγώ στραβά, αλλά ήταν στραβός ο γυαλός στην γενέθλια χώρα μου. Γι 'αυτό και το σημαντικότερο πράγμα που έφερα μαζί μου, όταν γύρισα πίσω, ήταν μια αυτοεκτίμηση που είχα κερδίσει εκεί, στη μικρή πατρίδα, στο Βερολίνο. Αυτό ουδέποτε θα το είχα καταφέρει, αν δεν είχα σηκωθεί να φύγω και έμενα εδώ.

 

 

Τι είναι όμως αυτό που δεν σας κράτησε στη Γερμανία ή να το πω αλλιώς τι είναι αυτό που σας ξαναέφερε στην Ελλάδα;

Χάρης: Η νοσταλγία, είναι μια κατάσταση πάρα πολύ δύσκολα διαχειρίσιμη, κάτι που σχεδόν δεν παλεύεται. Είχε αρχίσει να μου λείπει σε βασανιστικό, κυριολεκτικά τυραννικό βαθμό η γλώσσα μου, είχαν αρχίσει να μου λείπουν οι φίλοι, οι παρέες μου και πάνω απ' όλα, είχε αρχίσει να μου λείπει η πόλη μου, η Αθήνα. Αυτή η τρισάθλια, και δύσκολη πόλη μού έλειπε. Κι έτσι μια μέρα, έτσι απλά όπως έφυγα, ξαναγύρισα.

 

 

Στη Γαλλία ο Πάνος έμεινε 2 χρόνια για μεταπτυχιακές σπουδές. Ποια ήταν η θέση της μουσικής στη ζωή σας εκείνο το διάστημα;

Πάνος: Είχα ευτυχώς βρεί έναν  φίλο (το Γιάννη απ'τη Φωκίωνος Νέγρη), που έπαιζε μπουζούκι και είχαμε κάνει ένα ντουετάκι. Παίζαμε και τραγουδούσαμε ρεμπέτικα και λαϊκά, στις συγκεντρώσεις του συλλόγου των ελλήνων φοιτητών, στις παρέες ή για πάρτη μας πολλές φορές.

 

 

Γιατί όλες αυτές οι σπουδές εκτός μουσικής αν και στην ουσία κατά δήλωσή σας «δεν θέλατε να διοριστείτε στο Υπουργείο Οικονομικών»»;

Πάνος: Το έχω στο χαρακτήρα μου, να μην αφήνω στη μέση ό,τι αρχίζω. Αλλωστε, εκείνη την εποχή (ήμουν 25 χρονών τότε), η μουσική ήταν χόμπι  και οι σπουδές, η πρώτη μου προτεραιότητα. Δεν ήξερα, δεν υποψιαζόμουν καν, τι θα ακολουθούσε αργότερα.

 

 

Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνησή σας απο τα χρόνια στη Γερμανία;

Χάρης: Χωρίς δεύτερη σκέψη, μου έρχονται στο μυαλό, δύο ενδιαφέρουσες «συναντήσεις». Πρέπει να  διευκρινίσω, ότι στα volk pubs που παίζαμε εμείς, τα προγράμματα ήταν σπονδυλωτά. Αρχιζαν στις 10 το βράδυ και τέλειωναν στις 4-5 τα χαράματα. Στη διάρκεια της νύχτας, εμφανίζονταν, ανάλογα με τη βραδιά, γύρω στους 8 διαφορετικούς καλλιτέχνες, σόλο ή σε μικρά γκρουπάκια. Παίζαμε όλοι unplugged , με φυσικά όργανα. Γερμανοί, Ιρλανδοί, μπαλανταδόροι, μπλουζίστες που υπηρετούσαν στην αμερικάνικη βάση, Άγγλοι, Λατινοαμερικάνοι, Ιρανοί και ό,τι μπορείς να φανταστείς. Το μόνο ελληνικό γκρουπ που εμφανιζόταν εκείνα τα χρόνια σ'αυτά τα κλαμπάκια, ήταν η «Trilogie», δηλαδή εγώ, ο Πάνος και κάποιος τρίτος που κατά καιρούς άλλαζε.

Ενα βράδυ, του 1977, αργά, είχαμε τελειώσει τη μισάωρη εμφάνισή μας, είχαμε κάνει και 4-5 encores και κατεβήκαμε κάτω στα καμαρίνια να ετοιμαστούμε, γιατί σε μία ώρα, έπρεπε να πάμε και σε ένα άλλο μαγαζί.

 

Την ώρα που αλλάζαμε, μπήκε στο καμαρίνι, μια όμορφη κοπέλα, πρέπει να ήταν γύρω στα 35, αλλά μικρόδειχνε. Κάθισε σ'ένα σκαμνί μπροστά μας, μας έπιασε τα χέρια και μας κοίταγε κάπως σαν βουρκωμένη. «Είμαι από την Αμερική, είπε, μου θυμίσατε τα νιάτα μου. "You are brilliant" ». Mας φίλησε και σηκώθηκε να φύγει. «Πώς σε λένε»; τη ρωτήσαμε πριν φτάσει στην πόρτα. «Είμαι τραγουδίστρια και λέγομαι Judie Collins». Εφυγε, δεν την ξαναείδαμε. Μόλις μας είχε φιλήσει η ιέρεια της γενιάς του `60, της γενιάς πριν τον Μπόμπ Ντύλαν, και μέντορας της Τζόαν Μπαέζ.

 

 

Και η δεύτερη;

Χάρης: Το 1978, σε άλλο κλαμπ, στο «Volk Pub». Αργά πάλι, μετά την εμφάνισή μας, καθόμασταν στο μπαρ και πίναμε μπύρα. Στο πάλκο, εκείνη την ώρα, έπαιζε ένα blues τρίο. Αμερικανοί της βάσης. Κάποια στιγμή, μπήκε ένας τύπος γύρω στα 50, ανέβηκε στη σκηνή, πήρε την κιθάρα και άρχισε να παίζει blues. Το μαγαζί ήταν γεμάτο μουσικούς. Ο τύπος είπε «Οποιος θέλει να τζαμάρει μαζί μου, ελεύθερα...'». Μαζεύτηκαν διάφοροι με κρουστά, ακουστικές κιθάρες, άλλοι στη σκηνή και όσοι δε χώραγαν, κάτω στα τραπέζια και άρχισε ένα τεράστιο jam session. Πήγε κι ο Πάνος στα καμαρίνια, έφερε 2-3 φυσαρμόνικες και τζαμάριζε επί μιάμιση ώρα, με το μπλουζίστα Alexis Corner. Ετσι, τον έλεγαν τον τύπο. Το μάθαμε όταν τελείωσε το jam από τον πανευτυχή εβραίο μαγαζάτορα.

 

 

Γνωρίζετε την τύχη των «Erika, Maria, Monika και Sabine» από το «Bleibtreu cafe»;

Χάρης: Φυσικά και γνωρίζω την τύχη των κοριτσιών αυτών. Είναι τώρα όλες γύρω στα 55, η Ερικα έχει δύο παιδιά, η Μόνικα ένα, η Μαρία μια κόρη που τη μεγάλωσε μόνη της, από επιλογή φυσικά, όπως άλλωστε πολλές Βερολινέζες και η Σαμπίνε εξακολουθεί να ζει παρέα με τις 5-6 γάτες της.

 

 

Το 1977 ο Πάνος συμμετείχε  στην παράσταση «Αχαρνής» του Σαββόπουλου. Πώς προέκυψε αυτή η παρουσία;

Πάνος: Τον Σαββόπουλο τον είχα γνωρίσει πριν φύγω για το Βερολίνο. Είχαμε πάει ένα απόγευμα στο σπίτι του (Σεπτέμβριος του `74), εγώ, ο Χάρης και ο Νίκος ο Ζιώγαλας, για να μας ακούσει. Είχαμε ένα φωνητικό τρίο και τραγουδούσαμε δημοτικά τραγούδια, με δύο κιθάρες, τουμπελέκι και φλογέρα. Ηταν πολύ ευγενικός. Ακουσε με προσοχή και μας είπε «θα σας έπαιρνα με χαρά μαζί μου, αλλά δυστυχώς δε θα δουλέψω φέτος το χειμώνα, γιατί κάτι ετοιμάζω». Μάλλον τότε πρέπει να δούλευε τους «Αχαρνής». Το χειμώνα που ακολούθησε, φύγαμε για το Βερολίνο. Ενα χρόνο αργότερα, κατέβηκα για κάποιες δουλειές στην Αθήνα. Βολτάροντας στην Πλάκα, συνάντησα στην πλατεία Φιλομούσας το Ζιώγαλα, ο οποίος μου είπε, ότι ο Σαββόπουλος ετοίμαζε μια καινούρια παράσταση και ζητούσε τραγουδιστές. Την επόμενη μέρα, κατεβήκαμε μαζί στο υπόγειο που στεγαζότανε ο «Ρήγας»'.Ετσι λεγόταν το κλαμπάκι. Ενα υπόγειο, σε ένα στενό, πίσω ακριβώς από το ΖΟΟΜ. Μπήκαμε μέσα και ο Διονύσης έκανε ακροάσεις. Μόλις με είδε, με θυμήθηκε. «Μας λείπουν δύο άτομα ακριβώς» μου είπε. «Πές και στον αδερφό σου και ελάτε. Αύριο αρχίζουμε πρόβες». Πήρα τηλέφωνο το Χάρη, αλλά δυστυχώς δεν μπορούσε να έρθει, γιατί μόλις είχε γραφτεί στο πανεπιστήμιο και έπρεπε να ξεκινήσει μαθήματα. Ετσι έμεινα στην Αθήνα, στη θέση του Χάρη ήρθε ο Ηλίας ο Λιούγκος, συμπληρώθηκε η ομάδα και αρχίσαμε πρόβες.

 

 

Γνωριστήκαμε μεταξύ μας, ο Σάκης Μπουλάς, ο Μανώλης Ρασούλης, ο Νίκος Παπάζογλου, η Μελίνα Τανάγρη και όλη αυτή η παρέα, όπου μείναμε στο «Ρήγα» όλο το χειμώνα, παίζοντας τους «Αχαρνής». Αξέχαστη  εμπειρία. Τα θυμάμαι και συγκινούμαι. Ο Διονύσης ήταν πολύ σοβαρός, αλλά και ανοιχτόκαρδος. Με συμπαθούσε κι εγώ τον θαύμαζα και τον αγαπούσα σαν μεγαλύτερο αδελφό μου. Αργότερα γίνανε διάφορες μαλακίες και μαλώσαμε πολύ άσχημα, για πολλά χρόνια. Δε θέλω να τα θυμάμαι αυτά, γιατί φαρμακώνομαι. Το καλοκαίρι που μας πέρασε, συναντηθήκαμε κάπου τυχαία και είπαμε ένα διστακτικό «γειά σου τι κάνεις;» .Είμαι πολύ χαρούμενος γι'αυτό. Εστω γι'αυτό. 

 

 

Αληθεύει οτι λίγα χρόνια αργότερα δεν εκτίμησε τα «Ζεστά ποτά» πριν ακόμα  αυτά κυκλοφορήσουν;

Πάνος: Αρκετά χρόνια μετά τους «Αχαρνής», ο Χάρης ήταν ακόμα στο Βερολίνο, εγώ ήμουν φαντάρος. Ο Διονύσης δούλευε τότε σαν παραγωγός στη LYRA. Μόλις είχε εκδώσει τα «Μπαράκια» του Βαγγέλη Γερμανού. Πήρε ο Μανώλης ο Ρασούλης μια κασέτα με τραγούδια μας και του την πήγε. Καμία απάντηση. Δοκίμασε ξανά, τίποτα. Ξανά, τίποτα. Τώρα, δεν άρεσαν στο Διονύση, δεν άρεσαν στον Τάσο το Φαληρέα, με τον οποίο ήταν φίλοι και τα συζητάγανε; Δεν το έμαθα ποτέ. Τι σημασία έχει πια;

 

 

Η ιστορία του πρώτου σας δίσκου «Ζεστά ποτά» (1985) και οι περιπέτειές του μέχρι την έκδοσή του είναι ευρέως γνωστά. Σκεφτήκατε ποτέ να τα «παρατήσετε» μετά από τόσες αρνήσεις ή το ποτάμι δεν είχε άλλο δρόμο;

Πάνος: Είναι παράξενο, αλλά ενώ τα «Ζεστά Ποτά» είχαν γραφτεί από το 1978 και είχαν μείνει στο συρτάρι τόσα χρόνια, εμείς δε σταματήσαμε ποτέ να γράφουμε τραγούδια. Φαίνεται ότι αυτό ήταν τελικά το κισμέτ και η τρέλα μας. Κατά τα άλλα, κύλαγε η ζωή κουτσά-στραβά, δουλειά σε σχέση με τις σπουδές μας δε βρίσκαμε πουθενά, για να βρεις δουλειά έπρεπε να γραφτείς στην τοπική του ΠΑΣΟΚ, εγώ προτιμούσα να πεθάνω, παρά να φιλήσω κατουρημένες ποδιές, ο Χάρης ακόμα στο Βερολίνο, ώσπου (αρχές του 1982) ξύπνησα μια μέρα και είπα στον εαυτό μου. Ως εδώ και μη παρέκει. Τους έγραψα όλους στ'αρχίδια μου, έκανα μια κομπανία με τους παλιούς μου φίλους, τον Ηρακλή Κοντό και λίγο αργότερα το Γεράσιμο τον Ανδρεάτο και ζούσα παίζοντας σε μπαρ και ταβέρνες. Ημουν ευτυχισμένος και ήσυχος με τη συνείδησή μου και όντως το ποτάμι δεν είχε πλέον γυρισμό. Τον Απρίλιο του 1985 βγήκαν τα «Ζεστά Ποτά»...

 

 

Ο «Φάνης», αλήθεια,  ήταν υπαρκτό πρόσωπο ή ήρωας τραγουδιού;

Χάρης: Οχι, ήταν αποτέλεσμα καθαρής μυθοπλασίας.

 

 

Στο δεύτερο δίσκο σας «Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις» (1987) υπάρχει το αυτοβιογραφικό τραγούδι, «Σήματα μορς» και: «Βαθιά παραφυλάει η δύσκολη εφηβεία των είκοσι εννιά». Γιατί η αναφορά σε αυτή την ηλικία;

Χάρης: Η ηλικία των 29 είχε μεγάλη σημασία, γιατί τότε πήραμε τις δύσκολες και τελικές αποφάσεις. Θα πάω προς τα εδώ ή προς τα εκεί....και άρα θα ζήσω με τον Α ή Β τρόπο; Είναι η ηλικία που έχουν τελειώσει οι σπουδές, έχεις κάνει ήδη τις πρώτες προσπάθειες σαν ενήλικος και εκκρεμεί αυτή η μία, κρίσιμη και τελική συζήτηση  με τον εαυτό σου. Μετά από αυτή τη συζήτηση, αποφασίσαμε να εκτεθούμε δημόσια επισήμως, παίρνοντας μέρος στους Β' Μουσικούς αγώνες της Κέρκυρας, το 1982, με το Μάνο Χατζιδάκι. Κοίτα τώρα να δεις κάτι συμπτώσεις. Είχαμε στείλει τρία τραγούδια. Το «Μια βραδιά στο Λούκι», τη «Μπαλάντα του Φάνη» και τη «Σέριφο». Τα δύο πρώτα μπήκαν στα «Ζεστά Ποτά» και η «Σέριφος» στο δίσκο μας τις «Τρύπιες Σημαίες».