Η Ελένη και η Σουζάνα Βουγιουκλή έχουν κερδίσει εδώ και καιρό την εκτίμηση του κοινού για τις σπουδαίες «τοποθετήσεις» τους πάνω σε παραδοσιακά τραγούδια της χώρας μας ή άλλων τόπων, με τα φωνητικά τους να κυριαρχούν τόσο στη στούντιο όσο και στη live απόδοσή τους. Η νέα τους δουλειά, ωστόσο, με τον γενικό τίτλο «To be Safe» εκτός του ότι πιστοποιεί ένα εξαιρετικό καλλιτεχνικό ένστικτο και τρόπο, επιβεβαιώνει ξεκάθαρα και το υψηλό δημιουργικό ταλέντο τους. Με πολύ ενδιαφέροντες στίχους και μουσικές βάσεις, στην πραγματικότητα, καταθέτουν έναν δίσκο concept που όχι μόνο αποτελεί τη συνέχεια της εργασίας τους, αλλά και τη δική τους θέση πάνω στα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα του σήμερα.

 Ο τίτλος της νέας σας δουλειάς «To Be Safe», εκτός απ’ το ομότιτλο τραγούδι, εμπεριέχει και τη δική σας θέση για ό,τι ζούμε στις μέρες μας;
Σουζάνα Βουγιουκλή
: Από πολιτικής και κοινωνικής άποψης, εμείς δεν θέλουμε να είμαστε ασφαλείς. Θέλουμε να αγωνιζόμαστε πάντα. Ναι, ο τίτλος είναι λίγο σαρκαστικός. Κρύβει μία μικρή ειρωνεία. Το μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε είναι ότι θα πρέπει κανείς να μη βολεύεται σε ό,τι του επιβάλλεται, αλλά πάντα να αγωνίζεται, να διεκδικεί, να προσπαθεί να βελτιώσει τη ζωή του. Το ζήτημα της ελευθερίας είναι πολύ βασικό και από ό,τι φαίνεται δεν είναι και ποτέ δεδομένο.

Στη δεύτερη δισκογραφική σας εργασία, στηρίζεστε στον άξονα πεντατονία, ρεμπέτικο και μπλουζ…
Σ.Β.: Είναι κάτι που αγαπάμε και μας έλκει από μικρές. Τα ρεμπέτικα, τα μπλουζ και φυσικά η πεντατονία. Πρόκειται για τα καθολικά στοιχεία που ψάχνουμε. Είναι αυτά που μπορούμε να καταλάβουμε και να κατανοήσουμε σχεδόν όλοι οι λαοί. Η πεντατονική κλίμακα ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα είναι οικεία σε όλους. Εκεί στηρίζονται τα μπλουζ και τα ρεμπέτικα. Πάντα τα λατρεύαμε και νομίζω ότι γενικά οι Έλληνες έχουν μεγάλη οικειότητα με τα μπλουζ, όπως και με τα fados της Πορτογαλίας.

Το ρεμπέτικο στον καιρό του εξέφρασε μία κοινωνική αντίδραση. Ποιος είναι ο ρόλος του σήμερα;
Ελένη Βουγιουκλή: Για πολλά χρόνια ήταν στο περιθώριο ως underground είδος μουσικής. Δεν ήταν ποτέ ποπ κατάσταση. Εγώ αυτό το σέβομαι και με δελεάζει, άσχετα εάν αργότερα βγήκε ξανά μπροστά ίσως λίγο αλλοιωμένο. Νομίζω ότι έχει τη δυναμική και την αξία, να παίρνει τη θέση που του πρέπει σε κάθε εποχή, γι’ αυτό και είναι μέρος της παράδοσής μας και μάλιστα πολύ δυνατό. Νομίζω ότι έχει ακόμη τον ρόλο που είχε κάποτε όταν πρωτοξεκίνησε. Βλέπουμε κάποιους καλλιτέχνες, λίγους αλλά αξιόλογους, να το μεταφέρουν στην τωρινή εποχή με καινούργια χαρακτηριστικά. Κάνουν μια πολιτική τοποθέτηση μέσα από το ρεμπέτικο. Σαν είδος, άλλωστε, το σηκώνει πολύ αυτό. Είναι μόρτικο, κρύβει μια αλητεία με την καλή έννοια, και γι’ αυτό όποτε ερμηνεύουμε ρεμπέτικα ποτέ δεν αλλάζουμε τους στίχους.

Σ. Β.: Για πολιτικούς λόγους θέλουμε να λέμε ακόμη και τα «απαγορευμένα», όπως ακριβώς είναι γραμμένα. Όπως στο «Δική μου είναι η Ελλάς και στην κατάντια της γελάς». Είναι καθαρά πολιτικός ο στίχος του. Τα πολιτικά και κοινωνικά μηνύματα είναι συνήθως αυτά που πρέπει να κρυφτούν από την εξουσία.

Υπάρχει λογοκρισία στις μέρες μας;
Ε.Β.: Εμμέσως και αμέσως, νομίζω υπάρχει. Εμμέσως μπορεί να το νοιώθουμε εμείς… Βλέπεις ο κόσμος έχει γαλουχηθεί με κάποια ταμπού. Με λογοκριμένες ιδέες, σα να είναι απαγορευμένο κάτι, από τότε που γεννήθηκε. Ο άνθρωπος που το έχει αποδεχτεί, φαίνεται σα να το κουβαλάει επάνω του, δεν αμφισβητεί ποτέ, και άρα όταν τεθεί ένα ζήτημα που θεωρείται απαγορευμένο, λογοκρίνεται κατ’ ευθείαν. Υπάρχει μεγάλος συντηρητισμός. Η κοινωνία μας, ενώ μπορεί να έχει προοδεύσει σε κάποια ζητήματα, σε ορισμένα άλλα θεωρώ ότι έχει μείνει πίσω και μπορεί και να οπισθοδρομεί κατά διαστήματα, ανάλογα με τις εξελίξεις.

Είναι ζήτημα ελευθερίας;
Ε.Β.: Ναι, θα έπρεπε ο καθένας μας να διαμορφώνει όπως θέλει το πώς θα ντυθεί, το τι θα ακούσει, ακόμα και το στυλ του. Να μη νοιώθει άσχημα γι’ αυτό. Όμως αυτό δεν συμβαίνει, γιατί εκτός από το σχολείο και την παιδεία, παίζει μεγάλο ρόλο και η τηλεόραση στη διαμόρφωση προσωπικότητας, αφού θέτει πολύ συγκεκριμένα standards, σύμφωνα με τα οποία κινούνται οι περισσότεροι και λόγω ίντερνετ, αυτό διαχέεται και παγκόσμια. Σαν μέλος μιας παγκόσμιας κοινότητας, νοιώθεις ακόμα πιο «ασφαλής» μέσα σ’ αυτό.


Υπάρχει δηλαδή μία «κατεύθυνση»;
Ε.Β.: Αυτό που μαθαίνεις, είναι αυτό που θέλουν και σου δίνουν να μάθεις. Ισχύει. Ανάλογα με το υπόβαθρό του καθενός, αναζητάει κανείς και κάποια άλλα πράγματα. Ψάχνει και ψάχνεται…
Σ.Β.: Το ψάξιμο μαθαίνεται. Ένα παιδί που μεγάλωσε σε ένα σπίτι που είχε μόνο μια τηλεόραση, δεν είναι το ίδιο με ένα παιδί που μεγάλωσε σε ένα σπίτι με μία δισκοθήκη και μία βιβλιοθήκη. Δεν είναι ίδια η εκκίνηση.


Ο τρόπος επικοινωνίας σας ενδιαφέρει πάρα πολύ. Κάνω λάθος;
Σ.Β.: Προσπαθούμε να τα λαμβάνουμε όλα υπόψη. Πιστεύουμε ότι ένας καλός τραγουδιστής, είναι καλός και στη σκηνή χωρίς απαραίτητα να χορεύει κουνώντας χέρια και πόδια.


Να μην το εκβιάζει, τουλάχιστον…
Σ.Β.: Όχι, βέβαια, γιατί υπάρχει και αυτή η άποψη, ότι για να έχεις σκηνική παρουσία πρέπει και να χορεύεις. Κι όμως. Η Ουμ Καλσούμ καθόταν ακίνητη στη σκηνή, με ένα μαντήλι στο χέρι, αλλά ήταν καθηλωτική.
Ε.Β.: Όριζε δηλαδή την κίνηση του κόσμου μέσα από την ακινησία της.
Σ.Β.: Είχε απίστευτη οργανικότητα η στάση της. Εμείς προσπαθούμε να γινόμαστε καλύτερες, γιατί μέσα από τη μουσική, έρχεται και η στάση του σώματος. Εξελίσσονται μαζί. Εάν ένας καλλιτέχνης το ψάχνει πολύ, εξελίσσεται σε όλους τους τομείς της ζωής του. Σαν άνθρωπος και σαν επιστήμονας, γιατί εμείς θεωρούμε ότι η τέχνη είναι μία μορφή επιστήμης, οπότε δουλεύουμε συνολικά.

Ε.Β.: Σε όλα τα πράγματα μετράει το κίνητρο. Για ποιο λόγο κάνεις κάτι. Ακόμα και μια κίνηση. Εμείς, δεν θα κάνουμε πάνω στη σκηνή μία ψεύτικη κίνηση, μόνο επειδή μπορεί να είναι εντυπωσιακή, αν και το θέατρο ενσωματώνει κινήσεις ίσως και όχι αυθόρμητες. Το θέμα είναι να αναπαράγεις κάθε φορά τη δική σου αλήθεια με σεβασμό προς τον κόσμο. Το κίνητρό μας είναι να βγάζουμε κάθε φορά το αυθεντικό μας στοιχείο, την λεπτομέρεια από την ψυχοσύνθεσή μας, με σεβασμό στον άλλον, χωρίς να θέλουμε να τον παραπλανήσουμε με ψεύτικες εικόνες. Θέλουμε μία σχέση ειλικρινή, αλλά όχι μη καλλιτεχνική. Γιατί το πολύ τάχα αυθόρμητο, δεν μας αφορά.

Σ.Β.: Αν είσαι απελευθερωμένος να το δείξεις και αν δεν είσαι, πάλι να το δείξεις. Και όταν λέμε να είσαι ο εαυτός σου, εμείς ξεχωρίζουμε αυτό που είμαστε πάνω στη σκηνή από αυτό που είμαστε στη ζωή. Δεν μπορείς να λες ότι θα βγω στη σκηνή σα να είμαι στο σπίτι μου, γιατί εκτίθεσαι σε κόσμο και γιατί βγάζεις μία άλλη πτυχή του εαυτού σου.


Πώς επεξεργάζεστε τα τραγούδια σας; Ξεκινάτε από την αρχή από κοινού;
Σ.Β.: Τα περισσότερα εξ αρχής μαζί. Λειτουργούμε μαζί. Έχουμε μάθει μέσα στα χρόνια να σεβόμαστε η μία το χώρο της άλλης και η επιλογή γίνεται από κοινού.
Ε.Β.: Συνήθως τα τραγούδια που επιλέγουμε είναι αυτά που μας συγκινούν. Είναι ένα βασικό κριτήριο για εμάς. Αυτό που κοιτάμε, είναι να περάσουμε μέσα από ένα δικό μας πρίσμα αυτό που μας συγκινεί και ακόμα καλύτερα εάν έχουμε ένα δέλεαρ μουσικό ή φωνητικό.


Η σχέση που έχετε με τα φωνητικά, είναι μία προσπάθεια αναζήτησης στα πρωταρχικά της μουσικής;
Ε.Β.: Μπορεί να κρύβεται αυτό από πίσω, αλλά τα φωνητικά είναι το βασικό μας στοιχείο και στην ουσία είναι το όργανό μας, γιατί τη φωνή την αντιμετωπίζουμε σαν μουσικό όργανο. Δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τα υπόλοιπα, για να μη σου πω ότι είναι το τελειότερο και εκεί βασίζεται η δική μας έρευνα. Στις δυνατότητες που προσφέρει η ανθρώπινη φωνή, γιατί είναι ένα όργανο που το έχεις μέσα σου.  
Σ.Β.: Θεωρούμε ότι ο τραγουδιστής είναι μουσικός. Φέρει –βέβαια- και το λόγο…

Ψάχνετε διαρκώς μουσικές και από άλλα μέρη. Ειδικά στην ελληνική μουσική όμως υπάρχει ιδιαίτερη αγάπη για τον λόγο…
Ε.Β.: Ναι, γιατί υπάρχει μεγάλη παράδοση στον λόγο, από τα αρχαία χρόνια. Από τον Όμηρο. Έχουμε βγάλει σπουδαίους ποιητές, λογοτέχνες, συγγραφείς… μέγιστοι συνθέτες έχουν μελοποιήσει ποιήματα και τα έχουν φέρει στο στόμα όλων των Ελλήνων. Αυτό είναι ένα σπουδαίο έργο και επηρεάζει την τέχνη στον τόπο που ζούμε, γιατί ο λόγος είναι ένα πολύ βασικό στοιχείο της ελληνικής παράδοσης.


Είναι μουσικός ο λόγος;
Σ.Β.: Πολύ. Πάρα πολύ. Και μελωδία έχει και απ’ όλα. Γι αυτό όταν μαθαίνουμε τραγούδια από παραδόσεις άλλων λαών, δίνουμε πολλή σημασία στην προφορά, γιατί έχει μια μουσικότητα. Έχει μεγάλη σχέση ο ρυθμός και η προφορά του λόγου με το τραγούδι που θα πεις και εμείς οι Έλληνες μιας και βρισκόμαστε σε σταυροδρόμι, είμαστε πολύ καλοί σ’ αυτό.


Οι καταβολές σας όμως είναι κάπως διαφορετικές…
Ε.Β.: Στο σπίτι μας ακούγαμε, από πάντα, πολύ μουσική. Κλασική μουσική, αλλά και παραδοσιακή, ρεμπέτικο, μπλουζ, όπως και πολλά στοιχεία από τη ροκ σκηνή. Zeppelin και Beatles φυσικά που μας έχουν χαρακτηρίσει πάρα πολύ… μέχρι Klaus Nomi και πολύ metal. Σε όλα τα μουσικά είδη υπάρχουν καλά στοιχεία. Αν δεν είσαι προκατειλημμένος, σιγά-σιγά ξεχωρίζεις το καλό και το κακό. Αυτό κάνουμε κι εμείς σύμφωνα με τα δικά μας μέτρα. Πάντως, ο λόγος περνάει μία κρίση τα τελευταία χρόνια. Ο στίχος, δηλαδή, η σκέψη. Αυτά που θες να πεις και που έχεις ξεχάσει και δεν θυμάσαι πως θα το ξαναπείς.

Ο στίχος «Στο γύψο βάζω το μυαλό μου» αποτελεί σχόλιο για μια κοινωνία συντηρητική;
Ε.Β.: Ο καθένας μπορεί να το ερμηνεύσει όπως θέλει. Εννοείται ότι εμείς έχουμε κάτι στο μυαλό μας, αλλά θα ήθελα ο κάθε ακροατής, να το ερμηνεύει όπως θέλει, χωρίς να του το επεξηγήσω.
Σ.Β.: Έχουμε ακούσει διάφορες ερμηνείες για τον συγκεκριμένο στίχο. Γι’ αυτό δεν θέλουμε να λέμε τι μπορεί να σκεφτόμαστε. Καμιά φορά σκέφτεσαι διάφορα για έναν στίχο και αν σου πει ο στιχουργός ότι εννοούσε π.χ. κάτι άλλο, μπορεί να σου χαλάσει μια ολόκληρη ροή σκέψης και να πεις ότι αυτό που σκεφτόσουν είναι λάθος, αλλά δεν είναι έτσι. Άλλοι το έχουν πάει και ερωτικά. Δεν ξέρεις πώς το είδε ο καθένας.

Ε.Β.: Θυμάμαι ότι και στο σχολείο μου άρεσε η ανάλυση στίχων που κάναμε, αλλά άμα ήξερες τι θέλει να πει, δεν μπορούσες μετά να αναπτύξεις τη δική σου θεωρία. Χαίρομαι ιδιαίτερα όταν οργιάζει η φαντασία. Έχει ένα ενδιαφέρον αυτό.


Στον δίσκο σας αυτόν, δεν βγήκατε απλά να τραγουδήσετε, αλλά σχολιάσατε και καταστάσεις. Ήταν αυτός ο στόχος σας;
Σ.Β.: Νομίζω ότι αυτός είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη. Να μιλάει μέσα από την Τέχνη του. Όμως, διαχωρίζουμε πάντα την Τέχνη από την προσωπική ζωή. Προτιμώ τον καλλιτέχνη πιστό στην τέχνη του, παρά στη ζωή του. Ακούγεται περίεργα ίσως, αλλά αν μου έλεγαν διάλεξε πού θέλεις να είναι κανείς ντόμπρος; Νομίζω ότι έχει μεγαλύτερες συνέπειες η ασυνέπεια στην τέχνη παρά στη ζωή, γιατί απευθύνεσαι σε περισσότερο κόσμο και μπορεί να κάνεις κακό σε περισσότερους.
Ε.Β.: Ό,τι κάνουμε, το κουβαλάμε πάντοτε μαζί μας. Είναι σαν τη χελώνα που κουβαλάει πάντοτε το σπίτι της μαζί της. Ο καλλιτέχνης το κουβαλάει αυτό. Δεν είναι μια δουλειά που κλείνεις το γραφείο και τελείωσε. Άρα όταν μένει πιστός στην Τέχνη του, είναι μία στάση ζωής. Εμείς σε αυτό δίσκο λέμε αυτά που σκεφτόμαστε. Είναι ένας δίσκος προσωπικός.


Η νέα σας δουλειά...
Σ.Β.
: Ναι. Είναι πολύ δωρικός δίσκος, έχει άποψη και ο ρυθμός είναι μέρος της παράδοσης. Θέλαμε να βγάλουμε αυτό ακριβώς το υλικό χωρίς καμία έκπτωση στην Τέχνη μας. Πιστεύουμε ότι αυτός που θα το ακούσει, είτε του αρέσει είτε όχι, θα αναγνωρίσει ότι έχει γίνει μια δουλειά από πίσω.
Ε.Β.: Όσο για τη δωρικότητα, είναι του να φτάσεις να πεις κάποια πράγματα χωρίς τη φλυαρία του λόγου. Πιο συμπυκνωμένα και μέσα από την τέχνη της ποίησης και του λόγου. Για εμένα αυτό είναι μία διαδικασία πιο δύσκολη από το να γίνεις πιο επεξηγηματικός.
Σ.Β.: Είναι και η ενορχήστρωση. Το θέλαμε έτσι «σκληρό» με αυτά τα τρία-τέσσερα όργανα. Ξέραμε ότι μπορούσαμε να βάλουμε κι άλλα στοιχεία, αλλά αυτή η επιλογή έγινε συνειδητά.
Ε.Β.: Το ότι είναι δωρικό δεν σημαίνει πως είναι και απλοϊκό. Αντιθέτως, είναι αρκετά σύνθετο και δουλεμένο cd. Έχει λειτουργήσει όμως το στοιχείο της αφαίρεσης, που είναι μια διαδικασία δύσκολη. Θέλει πρόβα, χρόνο, θέλει γνώση, να ξέρεις τι θέλεις να βγάλεις και να φτάσεις σε ένα αποτέλεσμα που να συγκινήσεις.

Ε.Β. και Σ.Β.: Τέλος, θα ήθελα να αναφέρουμε τους εξαιρετικούς μουσικούς που συμμετείχαν στον δίσκο και που είμαστε μαζί και στις ζωντανές παραστάσεις. Πρόκειται για τον Αλέξη Αποστολάκη στα τύμπανα και τον Χρήστο Τσαπράζη στο κόντρα μπάσο. Δύο μουσικοί με φοβερή εμπειρία, δύο υπέροχοι άνθρωποι με τους οποίους δέσαμε απ’ ευθείας από τις πρόβες. Έβγαλαν πολύ έντονα στοιχεία που ζυμώθηκαν με τα δικά μας με ένα μαγικό τρόπο και νοιώθουμε πολύ υπερήφανες για τους συνεργάτες μας, όπως και για τον Στέφανο Μίσιο που συμμετέχει στο ομότιτλο τραγούδι, «To be safe» με τη φυσαρμόνικά του και είναι κι αυτός εξαιρετικός μουσικός. Ο Τίτος Καρυωτάκης έκανε την ηχοληψία και το mastering. Είναι ένας μουσικός και ο ίδιος με αντίληψη και υψηλή αισθητική. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όλους όσους συμμετείχαν στο δίσκο, την παραγωγή (ο Μιχάλης Κοτσιφάκης), τις μίξεις (ο Πελοπίδας Κλέμης) μέχρι και τα γραφιστικά και τις φωτογραφίες. Είναι ένας δίσκος όπως τον είχαμε φανταστεί και ακόμα καλύτερα, έχει αποτυπωθεί και αυτό μας κάνει χαρούμενες.