Τις τελευταίες δυο μέρες μπορεί να παρακολουθήσει κανείς που ασχολείται έστω και επιδερμικά με τα social media, μια βροχή από post, σχόλια, αναδημοσιεύσεις, γιουχαρίσματα, politically correct και incorrect γνώμες σε σχέση με μια δήλωση ενός ανθρώπου που κινείται στο χώρο, αυτού που ονομάζουμε «πίστα». Αφορμή για τις ποικίλες αντιδράσεις υπήρξε μια συνέντευξη του Γιάννη Πλούταρχου στο Πρώτο Θέμα, στην οποία ρωτήθηκε -μεταξύ άλλων- για τις τρέχουσες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και την εμφάνιση της Χρυσής Αυγής στο Κοινοβούλιο.

Υπήρξε μάλιστα και επίσημη ανακοίνωση από τον τραγουδιστή η οποία διευκρίνιζε ότι «H σκέψη μου και η έννοια μου, αυτές τις δύσκολες ώρες που περνά η ελληνική κοινωνία, είναι η χώρα να βγει από το αδιέξοδο και να έχει ευημερία και πρόοδο. Το οφείλουμε στις γενιές που έρχονται. Δεν είχα φανταστεί πως θα δω το 2013 την Ελλάδα στα συσσίτια, να μην έχει δουλειά, και ένα μέλλον αβέβαιο για τα παιδιά της. Με ενδιαφέρει η επίλυση του προβλήματος στη πράξη από όπου και αν προέρχεται, και ουδέποτε τάχθηκα υπέρ κάποιου κόμματος. Σαν Έλληνες έχουμε μάθει να ζούμε με αξιοπρέπεια και δεν μπορεί να μας την στερήσει κανένας».

 

Στην πραγματικότητα, η ανακοίνωση αυτή, δε λέει κάτι διαφορετικό, ούτε διευκρινίζει οτιδήποτε. Παρ’όλα αυτά, γίνεται σαφές ότι στο πρόσωπο του Πλούταρχου ως άλλου Ξανθόπουλου και στον οπισθοδρομισμό των καιρών, βρίσκει ταύτιση και απήχηση μία ευρεία μάζα ανθρώπων, οι οποίοι χωρίς ποτέ να εμβαθύνουν σε πολιτικές και κυρίως κοινωνικές έννοιες και αρχές, παραδομένοι σε ένα Μεσσιανισμό, οικοδόμησαν το προφίλ του απολιτίκ, παθητικού υποκειμένου συνυφασμένου με τον όρο «Νεοέλληνας»- που θέλει απλά να περνάει καλά και όταν αυτό το σαθρό και σάπιο οικοδόμημα γκρεμίζεται, μην έχοντας άλλα θεμέλια κριτικής σκέψης και εχέγγυα κουλτούρας, βρίσκει παντού θεωρίες συνωμοσίας και παίρνει θάρρος από τους ήρωες του ’21 και το «καθάρισμα» των χρυσαυγιτών.

Οι τραγουδιστές εν γένει, ανεξάρτητα από το μουσικό χώρο στον οποίο ανήκουν και βάσει του οποίου αυτοπροσδιορίζονται ή έστω καθορίζονται, αποτελούν πρόσωπα του δημοσίου βίου. Η παραδοχή αυτή αυτόματα σημαίνει ότι αφενός ναι μεν δεν οφείλουν να έχουν πτυχίο Πανεπιστημίου για να κάνουν καλά αυτό που κάνουν ή ότι οι γνώμες τους αποτελούν θέσφατα, αφετέρου όμως, έχουν βήμα και είναι σε θέση να ασκήσουν επιρροή, επομένως οι απόψεις που εκφέρουν -πολλώ δε μάλλον όταν φεύγουν από το «γήπεδό τους», αποτελούν αντικείμενο κριτικής. Αυτό επίσης σημαίνει ότι πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί στη χρήση συγκεκριμένων, φορτισμένων λέξεων και εννοιών που κουβαλούν τη δική τους ιστορία και σημασία όπως «δημοκρατία», «χούντα», «δεξιά», «αριστερά», «φασισμός».

Έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση, μπορεί ο Πλούταρχος με τις δηλώσεις του να εκθέτει εαυτώ ως προς το επίπεδο της μόρφωσης και το είδος της κουλτούρας του, αυτό όμως δεν τον καθιστά στο απυρόβλητο φιλτραρίσματος -όπως και στο παρελθόν είχε συμβεί και με τη Νατάσσα Μποφίλιου και της δηλώσεις της περί Χρυσής Αυγής που εντάσσεται στην «αντίπερα όχθη», μουσικά και πολιτικά. Ωστόσο, όσο ιδιαίτερα ευαίσθητη είναι η οικειοποίηση και χρήση των θεμελιωδών δημοκρατικών αρχών με καθημερινούς όρους κατά το δοκούν, άλλο τόσο προσοχή χρειάζεται στην απόδοση χαρακτηρισμών όπως αυτή του «φασίστα» σε ανθρώπους και η προσθήκη-διαστρέβλωση των λεγομένων τους στα πλαίσια μιας άκριτης δημοσιοθηρίας.

Ο δημοφιλής Γιάννης Πλούταρχος είναι απολιτίκ. Με την ίδια ευκολία που θα ψήφιζε Χρυσή Αυγή, θα ψήφιζε και ΑΝΤ.ΑΡΣΥ.Α αν ερχόταν και του ’ταζε να του κάνει πραγματικότητα το όνειρο με το οποίο βαυκαλιζόταν τόσα χρόνια μαζί με τόσους άλλους Ελληνες. Και μπορεί η μετριοπάθεια του Πλούταρχου για τα πράγματα και η αμορφωσιά από την οποία απορρέει να είναι απογοητευτική, αλλά ίσως υποφερτή στα πλαίσια του «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», η αμετροέπεια όμως όλων όσων έσπευσαν να τον αποκαλέσουν «φασίστα», να βάλουν πηχιαίους ευφάνταστους τίτλους στα όρια του κιτρινισμού, λοιδορώντας και τσουβαλιάζοντάς τον αβρόχοις ποσί με τον Σφακιανάκη και τον Γαϊτάνο, (κατα)λογίζεται εξίσου ως στοιχειώδους γνώσης, σεβασμού και δεοντολογίας και δύσκολα συγχωρείται σε αυτούς που αυτοπροσδιορίζονται ως politically correct και κουλτουρέ ταγοί.