Ο σπουδαίος φιλόλογος, σκηνοθέτης και ακαδημαϊκός,  Σπύρος Ευαγγελάτος, ο οποίος απεβίωσε στις 24 Ιανουαρίου, είχε επιλέξει, το 1975,  ως εναρκτήριο έργο στο νεοσυσταθέν τότε Αμφι-θέατρό του, την παράσταση «Ερωτόκριτος» του Βιτσέντζου Κορνάρου σε μουσική Γιάννη Μαρκόπουλου. Γράφει ο ίδιος στο κείμενό του «Ο Ερωτόκριτος στο Νεοελληνικό θέατρο», στο περιοδικό Επτά Ημέρες της Καθημερινής (11/06/00)

 
«Όταν αποφάσισα την ίδρυση του Αμφι-Θεάτρου, συγχρόνως αποφάσισα ότι εναρκτήριο έργο θα έπρεπε να είναι μόνο ο Ερωτόκριτος. Μόνο σ’ αυτό το έργο ένιωθα συνταιριάζονταν τρία βασικά στοιχεία που προσδιορίζουν τη σκηνοθετική ιδιοσυγκρασία μου: έφεση για το κλασσικό ποιητικό δραματολόγιο, αγάπη για τη νεοελληνική καλλιτεχνική παράδοση –ιδιαίτερα για τις απώτερες αρχές της – και τάση για ελεύθερες σκηνικές συνθέσεις, έξω απ’ την παραδοσιακή «στέρεα» δομή, σύνθεσης όπου το δραματικό στοιχείο μπορεί να εναλάσσεται με το λυρικό αλλά και με το χιούμορ και την ιλαρή διάθεση.
 
Από όλα τα νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα που διαθέτουν και διαλογικές σκηνές(βεβαίως συμπεριλαμβάνω και τα αμιγώς θεατρικά έργα) ο Ερωτόκριτος είναι κατά τη γνώμη μου, το εντελώς κορυφαίο. Σημείωνα στο πρόγραμμα της παράστασης εκείνης (πρώτη: 1 Νοεμβρίου 1975, Αθήνα, Θέατρο Καλουτά) «Ο Ερωτόκριτος είναι ένα εκρηκτικό, αναγεννησιακό έργο: ορμητική δύναμη, πλούτος εικόνων και χρωμάτων, ευφορία που κορυφώνεται σε μέθη, λυρισμός και δραματική ένταση τείνουν σε μια τελική κατάφαση ζωής. Η παράσταση προσπάθησε να προβάλει τα στοιχεία αυτά σε μιαν ελεύθερη σύνθεση». Σε αντίθεση με την πολύ αξιόλογη –για την εποχή της-διασκευή του Συναδινού, δεν επιδίωξα να παρουσιάσω ένα θεατρικό έργο, αλλά μια αποδεσμευμένη από γνωστές θεατρικές δομές ελεύθερη σύνθεση. Δεκαεννέα ηθοποιοί έπαιζαν από πρωταγωνιστικούς ρόλους μέχρι βωβούς.
 
Χρόνοι και τόποι άλλαζαν με τις ερμηνείες των ηθοποιών και τους φωτισμούς. Στο θέατρο είχαν αφαιρεθεί τα καθίσματα της πλατείας, είχε απλωθεί χώμα και είχαν ορθωθεί αμφιθεατρικά καθίσματα δεξιά και αριστερά της πλατείας. Αίσθηση ριγκ και τσίρκου, που επιτεινόταν απ’ την τέντα που σκέπαζε το χώρο με ζωγραφικές αποτυπώσεις της ιστορίας του Ερωτόκριτου από το χειρόγραφο του έργου, με τεράστιες γέφυρες και σκάλες που ένωναν τον άλλοτε εξώστη του θεάτρου με την άλλοτε σκηνή».
 
Η μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου ήταν ένα κράμα παραδοσιακής μουσικής κατά το πρότυπο του «Κινήματος Επιστροφή στις Ρίζες» το οποίο βρισκόταν εν εξελίξει καθώς ήδη είχε κυκλοφορήσει την περίφημη τριλογία του, «Χρονικό- Ιθαγένεια- Θητεία», αλλά και δυτικής κατεύθυνσης. Αντί των σολιστικών εκτελέσεων  των ηθοποιών, προτιμήθηκαν σύνολα και χορωδιακή εκτέλεση ενώ πολλοί από τους ηθοποιούς έπαιζαν επί σκηνής μουσικά όργανα. 
 
erotokritosΓράφει ο Σπύρος Ευαγγελάτος:
 
Τα σκηνικά και τα κουστούμια ήταν του Γιώργου Πάτσα και η λιτή μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου, που συμπληρωνόταν από μουσική συμβολή των ηθοποιών, οι οποίοι είτε είχαν σπουδάσει κάποιο όργανο (όπως η Λήδα Τασοπούλου, φλάουτο) είτε αυτοσχεδίαζαν με νταούλια, σάλπιγγες, κιθάρες, κ.ά. Από ένα κείμενο 10.000 στίχων έπρεπε να μείνουν περίπου 3.000, για να είναι εφικτή μια παράσταση που θα διαρκούσε δυόμισι ώρες περίπου. Ένα βασικό, προσδιοριστικό στοιχείο της σκηνοθεσίας ήταν η κατανομή των στοιχείων του ποιητή.
 
Εκτός των χωρίων που ερμήνευε ο εκάστοτε ποιητής, ερμηνευτές των ρόλων εκφωνούσαν στίχους του ποιητή σε γ΄ πρόσωπο, ενώ έπαιζαν συγχρόνως αυτά που οι ίδιοι περιέγραφαν. Αυτό προσέδωσε στην παράσταση μια μοντέρνα αφαιρετική διάσταση, αλλά και έντονη ιλαρότητα.
 
Μια αίσθηση ποιητικού τσίρκου ανέδιδε η παράσταση εκείνη- νομίζω μια από τις κορυφαίες της σταδιοδρομίας μου. Έξοχες ερμηνείες από νεότατους ηθοποιούς (από τους δεκαεννέα μόνο τρεις ή τέσσερις ήταν τότε λίγο άνω των τριάντα). Τρεις Ερωτόκριτοι και τρεις Αρετούσες στις εφηβικές, λυρικές και δραματικές φάσεις. Αντίστοιχα οι: Στάθης Κακκαβάς , Κώστας Μπάσης και Νίκος Μπουσδάκος, Άννυ Λούλου, Ιλιάς Λαμπρίδου και Λήδα Τασοπούλου. Ποιητές: Λευτέρης Βογιατζής, Ηλίας Λογοθέτης, που ερμήνευσε και τον Καραμανίτη. Ρήγας: Αλέξης Σταυράκης. Και ακόμη οι: Ρίκα Σηφάκη, Δημήτρης Πιατάς, Ρήγας Αξελός Άρης Μιχόπουλος κ.ά., καθώς και ο αείμνηστος Νικηφόρος Γκίκας.
 
 
Θυμάμαι τη γενική δοκιμή που άρχισε πολύ αργά (λόγω φωτισμών) και τελείωσε στις 5 το πρωί, μ’ ένα κατάμεστο και ενθουσιώδες θέατρο. Θυμάμαι την πρεμιέρα: Σάββατο 1 Νοεμβρίου του 1975 η πρώτη παράσταση του Αμφι-Θεάτρου, με επίσης κατάμεστο θέατρο και συγκινητικές εκδηλώσεις στο τέλος. Αλλά θυμάμαι και τη δεύτερη παράσταση (Κυριακή απόγευμα) με 11 θεατές! Αίσθηση πανικού σε όλους.
 
Για μένα υπήρξε μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις στην καριέρα μου που αισθανόμουν ασφάλεια: αισθανόμουν την επιτυχία. Η παράσταση επί της ουσίας άρεσε. Σε τρεις βδομάδες βάζαμε πρόσθετες καρέκλες για θεατές. Οι κριτικές – όλες –ήταν-από διθυραμβικές έως ιδιαίτερα θερμές. Ο Ερωτόκριτος ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Ελλάδα από την Κρήτη ως τη Μακεδονία κ.λ.π. Αλλά και έξω: στο Διεθνές Φεστιβάλ της Βιέννης, στη Μόσχα και την Τιφλίδα (το κείμενο μεταφράστηκε στα ρωσικά),τη Ζυρίχη, στη Γερμανία, και πάλι στο Ηρώδειο σε φεστιβαλική παράσταση. Παντού η υποδοχή ήταν ενθουσιώδης.
 
Άλλοι έχουν κρίνει τη σημασία της παράστασης εκείνης. Αισθάνομαι «άβολα»και δεν έχω τίποτε άλλο- επί του παρόντος- να προσθέσω.