Η εδώ και 35 χρόνια παρουσία του Χάρη Καβαλλιεράτου στο ελληνικό τραγούδι είναι γνωστή: πρώτη εμφάνισή του στους Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας το 1981 μαζί με τον Γιώργο Φιλιππάκη, ενώ την αμέσως επόμενη χρονιά οι δυο τους και λίγο αργότερα μαζί με την Barbara Sauter ξεκινούν ως Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω το ταξίδι στη δισκογραφία.

 

Ένα ταξίδι που διαρκεί μέχρι και σήμερα, έχοντας στο ενεργητικό του συγκροτήματος 12 δίσκους και πολλές συνεργασίες (μεταξύ αυτών και η Ελευθερία Αρβανιτάκη, η Δήμητρα Γαλάνη, η Άννα Καραγεωργιάδου, ο Βασίλης Γισδάκης, η Θεοδώρα Μπάκα, η Αγαθή Δημητρούκα και πολλοί άλλοι, ενώ από τις τάξεις του συγκροτήματος μεταξύ άλλων πέρασαν ο Μιχάλης Μουστάκης, ο Αργύρης Αμίτσης και ο Γιάννης Κερκύρας).

 

Μία από τις σημαντικότερες συναντήσεις των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω είναι και αυτή με τον τραγουδοποιό Βασίλη Νικολαΐδη. Η γνωριμία τους στους Αγώνες της Κέρκυρας που διοργάνωσε ο Μάνος Χατζιδάκις αποτέλεσε την αρχή μιας μακρόχρονης φιλίας και συνεργασίας του Νικολαϊδη με τους Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω. Πολύ συχνά στους δίσκους του συγκροτήματος συναντάμε τον Νικολαΐδη να υπογράφει στίχους τραγουδιών, αφήνοντας προσωρινά στην άκρη την ιδιότητα του τραγουδοποιού. Τραγούδια, όπως για παράδειγμα το Je raviens toujours και Χειμώνας του ’39, και τα δύο σε στίχους του Νικολαΐδη και μουσική του Καβαλλιεράτου, αποτελούν εξέχουσες στιγμές στην εργογραφία των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω.

 

Πέρα όμως από τις μουσικές και τα τραγούδια, τον Χάρη Καβαλλιεράτο τον συναντάμε και σε μια σπάνια έκδοση με δικούς του στίχους και ποιήματα που εκδόθηκε το 1987 από τις εκδόσεις Συμαιθίδα. Ο τίτλος της συλλογής είναι Οι μεσημεριάτικοι πυκνοί μας ρεμβασμοί, και περιλαμβάνει 24 ποιήματα, ορισμένα απ’ τα οποία βρίσκουμε μελοποιημένα και στους δίσκους των Χάνομαι γιατί Ρεμβάζω.
Σε αυτή τη δυσεύρετη έκδοση, το εισαγωγικό σημείωμα υπογράφει ο Βασίλης Νικολαΐδης.


Το αντιγράφουμε διατηρώντας κατά το δυνατό τη στοίχιση και την ορθογραφία του πρωτότυπου, μαζί και με δύο ποιήματα του Χάρη Καβαλλιεράτου από αυτή τη συλλογή.

 

---------------------------------------------------------

 

Ένα σημείωμα για τον Χάρη

 

Τι είναι αυτό που καθιστά τις σκηνές προσεχώς πιο γοητευτικές κι από το ίδιο το έργο;
Να τι συμβαίνει:
Αν σπάσετε την πραγματικότητα «εις τα εξ ων συνετέθη», κι ύστερα πάρετε μερικά κομμάτια και τα κολλήσετε, το ανθρώπινο υποσυνείδητο, ευγενικό και καλλιεργημένο, τρέχει να συμπληρώσει ό,τι λείπει. Η κινητοποίηση αυτή του υποσυνείδητου είναι ποίηση.

Έτσι:
Πήρε τους καρπούς, τα φρούτα και τα χρώματα
Κι όσα χωριά μυρίζουν καμμένο ξύλο καθώς πέφτει το βραδάκι
Τη τεμπελιά το καλοκαίρι

Την ειρωνία του για κάποιους, που κατά βάθος συχωρνάει από τώρα

Πήρε τη μεγάλη φιέστα

που κατά βάθος πιστεύει πως θα γίνεται στο μέλλον αντί γι’ αυτό το μπάχαλο που συμβαίνει στις μέρες μας.

Κι όλα κείνα τα κορίτσάκια
με το ματάκι βαμμένο
κι ένα κεράσι στο χειλάκι

Και σα καλός τεχνίτης τα τσάκισε ένα μάτσο
τάβαλε πάνω στο χαρτί
διαλέγοντας προσεχτικά τη θέση κάθε κομματιού.

(Είναι σα νάχεις ένα καθρέφτη που μέσα του κράτησε ό,τι μέσα του καθρεφτίστηκε ολόκληρο. Τον σπας μ’ ένα μόνο χτύπημα και τα σκόρπια θρύψαλα αντανακλούν ό,τι έκρυβε ο καθρέφτης ως τώρα).

Πρωί στην Ομόνοια ελπίζει μαρίδα φρέσκια και ρετσίνα.

Ένα καΐκι…

Χειμωνιάτικη λιακάδα σε νησί χωρίς τουρίστες.


Π. Φάληρο 23.11.1986
Βασίλης Νικολαΐδης


---------------------------------------------------------

ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ

Πολλά μεσημέρια φτιάχνουν τη φωλιά τους
έξω απ’ το παράθυρό της

Βλέπω από δω τη θάλασσα
κι ορέγομαι ταξίδι

Τι να λέτε με τη μανούλα σου
μεσ’ στο κατακαλόκαιρο;

 

RAEGELI

Απένταρα κανάλια
το φέγγος σου μακρύνουν
εικονικό ένα βλέμμα σε εικονίζει
χέρι αγύρτικο σε ζωγραφίζει

Και σε ξεπροβοδίζει αυτή
η χοντρή τους η πατέντα
όμως μπορείς να ζεις και να ξυπνάς εδώ μέσα

Σένα λέω καλή μου απαντοχή
κλεισμένη σε προφορά μαρμάρινη
και παρανοϊκή.