gerasimos_euaggelatosΥπάρχουν έργα –θεατρικά ή μουσικά– που ασκούν τη γοητεία ενός καταφυγίου. Μάλιστα όσο πιο παράδοξα, αυτόνομα κι απρόσιτα μοιάζουν να είναι, τόσο ασφαλέστερο φαντάζει και το καταφύγιο που προσφέρουν. Έργα εμβληματικά ή ξεχασμένα από το χρόνο και τους ανθρώπους, πολλές φορές θέτουν τα απαραίτητα όρια μιας κοσμοαντίληψης και την απαραίτητη απόσταση από τον παραλογισμό μιας πραγματικότητας. Κάτι αντίστοιχο με αυτό που κάνει κι η τέχνη του Θεάτρου, για κοινό και ηθοποιούς.

Δεν υπήρξε συγγραφέας που να καταπιάστηκε με τη μαγεία του θεάτρου, τη σχέση του με τη σύγχρονη πραγματικότητα και την ακαταμάχητη γοητεία που ασκεί στον άνθρωπο, περισσότερο από τον Luigi Pirandello. Για την κοσμοθεωρία του, δεν είμαστε παρά φορείς εναλλασσόμενων προσωπείων και ρόλων σε μια μεγάλη σκηνή που λέγεται κόσμος. Αυτή η ιδέα διατρέχει ολόκληρη την εργογραφία του Ιταλού νομπελίστα, με προεξέχοντα τα σημαντικότερα ίσως έργα του, το Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε και το Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, έργα στα οποία το θέατρο δε λειτουργεί σημειολογικά, αλλά αποτελεί το πραγματικό πεδίο δράσης. Σ’ αυτά τα δύο έργα ο κόσμος είναι κυριολεκτικά μια σκηνή κι οι ήρωες τα διχασμένα πλάσματά της – άλλοτε οι ηθοποιοί κι άλλοτε οι ρόλοι.

apopse_autosxediazoumeafisaΟ Pirandello έγραψε το Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε (έργο ριζοσπαστικό από τον τίτλο ακόμα), στα τέλη της δεκαετίας του ‘20 και χρειάστηκαν κοντά 10 χρόνια για να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή να παρασταθεί. Η φόρμα κι η δομή του, δεν έμοιαζαν με τίποτα απ’όσα είχαν παρουσιαστεί ως εκείνη τη στιγμή στις σκηνές του κόσμου, καθώς ο συγγραφέας του ουσιαστικά σαρκάζει την τέχνη του Θεάτρου, αποδομώντας τα βασικά της συστατικά (στοιχείο που θα γινόταν σήμα κατατεθέν της δραματουργίας του, στα χρόνια που θα ακολουθούσαν). Οι ρόλοι γίνονταν πραγματικοί άνθρωποι χαμένοι στο χωροχρόνο της σκηνής, που ορίζονται από τα βλέμματα των άλλων (των θεατών, του σκηνοθέτη, των συναδέρφων τους, των ρόλων) κι οι ιστορίες απλές αφορμές για να περιπλακεί ένας μύθος, παίρνοντας διαστάσεις αμείλικτης πραγματικότητας, ενώ αντίστοιχα προβλέπει το τέλος του κειμένου αρκετά χρόνια πριν τον κατακερματισμό του θεάτρου του παραλόγου, ή την πλήρη κατάλυση από το σημερινό devised theatre.

Στην Ελλάδα το τόλμημα να ξεναγήσει τους θεατές, πίσω από την κουίντα, εναλλάσσοντας ουσιαστικά τη σκηνή με τα παρασκήνια, ανήκει στο Δημήτρη Μυράτ, ο οποίος το 1961 μετέφρασε, σκηνοθέτησε, και πρωταγωνίστησε (στον χαρακτηριστικό ρόλο του διευθυντή – αφηγητή) το έργο στο θέατρο Αθηνών, ταράσσοντας στην κυριολεξία τα νερά της θεατρικής Αθήνας, και κληροδοτώντας στην ιστορία της νεοελληνικής παραστασιογραφίας μια από τις θρυλικές παραστάσεις του 20ου αιώνα και πρότυπο για τις γενιές σκηνοθετών, ηθοποιών και θεατών που θα επακολουθούσαν.

apopse_autosxediazoume
Θνητή από τη φύση της, η Τέχνη του Θεάτρου
, από εκείνη την παράσταση του Μυράτ δε μας έχει αφήσει παρά μερικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες, κριτικές της εποχής κι ένα σύντομο απόσπασμα στο ντοκιμαντέρ του 1962 η Αθήνα τη Νύχτα (σκην. Κλέαρχος Κονιτσιώτης). Η πραγματική περιουσία όμως από εκείνο το ανέβασμα, είναι οι μουσικές και τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, ο οποίος πήρε την απόφαση να διασώσει το έργο του και να του δώσει μια θέση στη δισκογραφία του. Τα έξι κομμάτια του Απόψε αυτοσχεδιάζουμε κυκλοφόρησαν το 1962 σε δίσκο με τη συμμετοχή των ηθοποιών της παράστασης, αποτελώντας έναν από τους πιο ιδιόμορφους και γοητευτικούς κύκλους τραγουδιών του Συνθέτη.


Ο ίδιος ο Χατζιδάκις βρίσκει στη ναπολιτάνικηmanos_xatzidakis5 ατμόσφαιρα του έργου, ευκαιρία να καταπιαστεί ακόμα μια φορά με την προσωπική του οπτική πάνω στο τί πραγματικά σημαίνει «λαϊκό τραγούδι». Όπως εξηγεί ο ίδιος: «Σκοπός μου ετούτη τη φορά, και μ’ αφορμή ένα θαυμάσιο έργο, ίσως το πιο θαυμαστό του Pirandello, είναι να φτιάξω πάλι τραγούδια, μα που να πηγαίνουν πιο μπροστά, απ’ ότι μέχρι τώρα έχω φτιάξει... Τώρα αν τα τραγούδια μου αυτά είναι λαϊκά ή όχι, το θέμα χωράει συζήτηση. Γιατί, τι συνηθίσαμε να λέμε λαϊκό και τι είναι πραγματικά λαϊκό; Και για να εξηγηθούμε, όταν λέω κάτι λαϊκό δεν το εννοώ και για τον Λαό. Κατά σύμπτωση, ο Λαός κάθε άλλο παρά λαϊκός είναι. Τα μπουζούκια, οι μπαγλαμάδες και οι ζουρνάδες, είναι η συνήθεια του.
Εμένα μ’ ενδιαφέρουν εκείνες οι λίγες, οι μοναδικές του στιγμές που ζει, χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει την αλήθεια του. Είναι οι στιγμές που είναι σκέτα άνθρωπος, χωρίς την βία του Χρόνου, manos_xatzidakis6χωρίς την αγωνία του Χώρου, χωρίς την φθορά της Τάξης του. Μόνο σ’ αυτές του τις στιγμές ο Λαός δέχεται και εκπέμπει σωστά. Όλα τα’ άλλα είναι φιλολογία...» 

Και πραγματικά στο Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε συναντάμε τραγούδια χαρακτηριστικά της αισθητικής και του προβληματισμού του Χατζιδάκι περί πραγματικά λαϊκής μουσικής, καθώς κι έναν προσωπικό του θρίαμβο, μιας και τραγούδια όπως ο Ταχυδρόμος, το Μαντολίνο κι η Πέτρα, ξεχώρισαν από την οργανική σχέση τους με την παράσταση, εγγράφηκαν στη λαϊκή συνείδηση κι έγιναν από τα πιο δημοφιλή κι αγαπημένα τραγούδια του συνθέτη γνωρίζοντας αλλεπάλληλες επανεκτελέσεις.

Η μεγαλύτερη επιτυχία όμως του Χατζιδάκι είναι ότι στο Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε, χωρίς να παρεκκλίνει της αναγνωρίσιμης μουσικής του ταυτότητας, καταφέρνει να αποδώσει συγκλονιστικά το πνεύμα του έργου, της εποχής, των ηρώων. Θέματα και τραγούδια ανάλαφρα, διαποτισμένα από την υπαρξιακή μελαγχολία της τέχνης που πεθαίνει τη στιγμή που γεννιέται, καθώς κι απόλυτα συνεπή προς τη σαρκαστική μελοδραματική διάθεση της επιφανειακής πλοκής που επιλέγει ο Pirandello, αναδεικνύουν το Χατζιδάκι σε μέγιστο θεατρικό συνθέτη, μεγάλης δυναμικής κι εκτοπίσματος ανάλογου του Kurt Weill. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα των δυο τραγουδιών που τοποθετεί στα χείλη της μαυροφορεμένης σαντέζας (ενός χαρακτήρα καθαρά βοηθητικού στο πρωτότυπο κείμενο), στα οποία συνδυάζει την αποστασιοποίηση με το υπαρξιακό βάρος. Ουσιαστικά διαχωρίζει την ηθοποιό από το χαρακτήρα, μετουσιώνοντας συνταρακτικά το πνεύμα του Pirandello με τρόπο που κι ο ίδιος ακόμα δεν έχει αναδείξει στο κείμενο του.

Τα τραγούδια κι οι μουσικές του Χατζιδάκι για το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» είναι τόσο οργανικά δεμένα πια με το έργο του Pirandello που είναι σχεδόν αδύνατο (όπως συμβαίνει και με το Ματωμένο Γάμο ή τους Όρνιθες) να φανταστείς ένα ανέβασμα που θα τα παραλείπει. Ακόμα κι αν συμβεί έχεις την αίσθηση ότι κάτι θα λείπει. Και ποια μεγαλύτερη νίκη υπάρχει για ένα συνθέτη που συνδιαλέγεται με ένα μεγάλο έργο απ’ το να επιβιβαστεί στην ιστορία του και να γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της; Νίκη σχεδόν ισάξια μ’ αυτή της Τέχνης ενάντια στη φθορά.