Ήτανε καλοκαίρι του '75. Ήμουνα εικοσιδύο χρόνων. Το μεσημέρι ζεστό. Με κάλεσε ο Χρήστος Λεοντής να πάω στο σπίτι του. Ήμουν στην ομάδα των μουσικών που μάζεψε σαν «αδέσποτα» και με υπομονή και επιμονή μας έκανε ορχήστρα. Στο τηλέφωνο είπε πως υπάρχει λόγος. Εκείνα τα χρόνια από την Πλατεία Κολιάτσου στην Αγία Παρασκευή ήταν ταξίδι. Έφτασα απόγευμα.

  


Γράφει ο Άγγελος Σφακιανάκης


 

Έμενε σε μια παλιά μονοκατοικία με κήπο, μια στάση μετά το Ραδιομέγαρο της ΕΡΤ. Είχε πλέον δροσίσει. Περίμενε τη Φλέρυ Νταντωνάκη με τον Βαγγέλη Σκούρτη. Υπήρχε πρόταση από τον Βαγγέλη να συνεργαστούν με την Φλέρυ. Υπήρχε και μαγαζί για να μας φιλοξενήσει, το Πολύτροπο που έπαιζε την προηγούμενη χρονιά ο Χατζιδάκις.

 

Όταν έφτασαν βγήκαμε στο κεφαλόσκαλο να τους προϋπαντήσουμε. Ήταν σα νεράιδα. Αλαφροΐσκιωτη. Σιγανά πατώ στη γη, που λέει και το τραγούδι.

 

Φορούσε μιά άσπρη πουκαμίσα. Κι εγώ φορούσα μια άσπρη πουκαμίσα. Είχε κατάμαυρα κατσαρά μαλλιά. Κι εγώ είχα μακριά κατσαρά μαύρα μαλλιά. Μας σύστησαν. Σα να μη μιλούσαμε την ίδια γώσσα, σα να είμασταν πρωτόγονοι, άρχισε να μου κάνει νοήματα. Μου έδειξε την πουκαμίσα της και ύστερα την δικιά μου. Έψαχνε βουβά μια συμμαχία. Αρνήθηκε διακριτικά να μπει στο σπίτι. Με κοίταξε στα μάτια και απευθύνθηκε σε μένα. Καλύτερα να κάτσουμε στον κήπο, είπε.

 

Κάθησε στο γρασίδι στα γόνατα . Κάθησα απέναντί της. Ένοιωθες τα φορτηγά της Μεσογείων να τραντάζουν το πράσινο. Μάζεψε την πουκαμίσα της και βολεύτηκε στην στάση του λωτού.

 

Η Ουρανία σαν καλή οικοδέσποινα την ρώτησε αν θέλει καφέ. Σα να με ήξερε χρόνια γύρισε και μου είπε. Εμείς θα πιούμε τσάι. Δεν αντέδρασα. Συμφώνησα.

 

Ο Χρήστος, η Ουρανία και ο Βαγγέλης πήγαν προς την κουζίνα. Η Φλέρυ συνέχισε να ζητάει μια νεανική σύμπλευση υποδεικνύοντας μου τις ομοιότητές μας. Τα μαλλιά, τις πουκαμίσες. Όλα αυτά βουβά. Με νοήματα και παντομίμες. Άρχισε να πεταρίζει τα μεγάλα βλέφαρά της σαν την Νταίζη Ντακ. Και μετά τα αθώα παιδιαρίσματα, άρχισε να ψυθιρίζει τα Λιανοτράγουδα. Σα να έψαχνε κάτι σε μένα ή πίσω μου, άρχισε να τραγουδάει με εκείνο το αέρινο βιμπράτο. Απ’ όλα τ’ άστρα τ’ ούρανού ένα είναι που σου μοιάζει

 

Μου κόπηκε η ανάσα. Δεν τραγουδούσε γενικά. Τραγουδούσε για μένα. Έμεινα βουβός. Νομίζω πως όλα γύρω βουβάθηκαν. Τα τζιτζίκια, η βουή της Μεσογείων. Όλα. Ο χρόνος διαστέλονταν από τις νότες της.

Κυπαρισσάκι μου αψηλό ποιά βρύση σε ποτίζει…

 

Ούτε που σκέφτηκα να τραγουδήσω το μέρος του Ψαριανού. Όλα μου τα κύτταρα έγιναν αυτιά. Συνέχισε το τραγούδισμα. Ο Λεοντής, η Ουρανία και ο Σκούρτης ερχόντουσαν με τα ροφήματα αλλά μόλις την άκουσαν έμειναν καθηλωμένοι δέκα μέτρα μακριά. Την περίμεναν να τελειώσει. Το είπε όλο. Έλιωσα. Από τα ωραιότερα τραγούδια, από την ωραιότερη φωνή, για μένα.

Η ιέρεια με μύησε στο ωραίο και τ’ αληθινό. Με βάφτησε στην ομορφιά. Η Φλέρυ με έψαλε.

 

Πολλές φορές όταν η ασχήμια και η αδικία με χτυπάνε και μου απαιτούν, κλείνω τα μάτια και ανακαλώ αυτή την ευλογία.


* Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο site του Μικρού Ήρωα και αναπαράγεται με την άδεια του Άγγελου Σφακιανάκη