Ξεκινώ γνωρίζοντας ήδη πως το κείμενο αυτό θα είναι μακροσκελές, προσωπικό, ενίοτε αυτοαναφορικό και σίγουρα αδιάφορο για πολλούς. Ήθελα όμως να το αναρτήσω, καθώς λίγες μέρες πριν συνέβη ένα περιστατικό που μου έφερε στο νου αρκετές στιγμές της ζωής μου που συνδέθηκαν με τη μουσική ή τις μουσικές προτιμήσεις ενός ανθρώπου. Του Λουκιανού  Κηλαηδόνη, που έφυγε σαν σήμερα πριν από έναν χρόνο.

 


Συνειδητοποιώ πως στην ενασχόλησή μου με τη μουσική – και όχι μόνο – ο Λουκιανός ήταν πάντα με έναν τρόπο παρών. Όπως και πολλοί άλλοι. Ομολογώ ωστόσο πως τους περισσότερους δίσκους του τους αγόρασα μετά τα είκοσί μου χρόνια. Μέχρι τότε, πολλά από τα τραγούδια του τα άκουγα από γραμμένες κασέττες. Πλην των παρακάτω εξαιρέσεων.


Από τα αγαπημένα δισκάκια της παιδικής μου ηλικίας ήταν αυτό με το «Όσο αγαπιόμαστε τα δυο» με τον Μανώλη Μητσιά. Θυμάμαι και το άλλο, αυτό με το τραινάκι περιμετρικά του εξωφύλλου με το «Κοίταξε να δεις» και το «Αχ! Μαρία».


Την ίδια περίοδο, από τους μεγάλους δίσκους που μου «επιτρεπόταν» να πιάνω στα νηπιακά μου χέρια ήταν η «Κόκκινη κλωστή» με τις ερμηνείες της Δήμητρας Γαλάνη και του Μανώλη Μητσιά στους στίχους του Νίκου Γκάτσου. Τον είχα λιώσει – όπως λένε – στο πικάπ. Για την ακρίβεια, είχα λιώσει και την κάτω δεξιά άκρη του εξωφύλλου γιατί μου είχε γλυστρίσει στο νερό. Ακόμα έτσι είναι.


Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, αγαπημένα μου ξαδέρφια μου είχαν κάνει δώρο το «Ψυχραιμία παιδιά» όπου τραγουδούσε ο ίδιος τα τραγούδια του. Ήταν ο πρώτος δίσκος με σατιρικά τραγούδια που αποκτούσα με τη φωνή του. Ως τότε είχα τους δύο πρώτους δίσκους του Χάρρυ Κλυνν και αντίστοιχους δίσκους του Θέμη Ανδρεάδη και του Γιάννη Λογοθέτη από αυτό το είδος.


Το καλοκαίρι του 1981 παρακολούθησα στο θέατρο «Σμαρούλα» μία από τις παραστάσεις που μου άλλαξε τη ματιά και την άποψη (την ποια ?) που είχα ως τότε για την επιθεώρηση. «Της Ελλάδας το κάγκελο» με την Ελεύθερη Σκηνή. Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης παρών κι εδώ με τη μουσική του. Μια και δεν είχα προλάβει τις παλιές μεγάλες επιθεωρήσεις όπου, εκτός από τα σκετς, υπήρχαν και αυτούσια τραγούδια, μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση όταν σε κάποιο σημείο βγαίνει ο Γιώργος Κέντρος, μας συστήνεται ως Νάσος Παναγιωταράς και θέλει να μας γνωρίσει και τη γυναίκα του, τη Μαίρη ΠαναγιωταράΛόυσκα Αβαγιανού στην παράσταση). Με το κατόπιν πασίγνωστο τραγούδι. Που αυτό ήταν όλο το νούμερο. Ήμουν πια στο Λύκειο όταν κυκλοφόρησε το «Πάμε μαέστρο», ο διπλός δίσκος με τα τραγούδια από τις παραστάσεις του Ελεύθερου Θεάτρου και της Ελεύθερης Σκηνής που υπέγραφε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης.


Στα φοιτητικά χρόνια είχα ήδη αρχίσει το ψάξιμο στο παλιό ελαφρό ελληνικό τραγούδι, αγοράζοντας σωρηδόν τους δίσκους που το αφορούσαν. Ένας από αυτούς ήταν φυσικά το «Fifties και ξερό ψωμί» με επανεκτελέσεις του Λουκιανού Κηλαηδόνη. Πολλά τα άγνωστα τραγούδια για μένα. Έπρεπε να περιμένω άλλα δύο χρόνια, το 1990, όταν κυκλοφόρησαν οι δέκα συλλογές «Καλησπέρα κύριε Έντισον» του Γιώργου Παπαστεφάνου για να βρω κάποια από αυτά στις αυθεντικές τους εκτελέσεις.
Τον Λουκιανό Κηλαηδόνη άργησα να τον γνωρίσω. Αυτό συνέβη τον Μάιο του 2007 όταν ήρθε καλεσμένος στη μεταμεσονύχτια εκπομπή της Άννας Παναγιωτοπούλου στο Δεύτερο Πρόγραμμα «Μπα, πήγε κιόλας δώδεκα;», στην οποία είχα τη μουσική επιμέλεια. Μετά τον γύρισα εγώ στο σπίτι και στο αυτοκίνητο πιάσαμε την κουβέντα για τι άλλο... για το ελαφρό τραγούδι.


Η κουβέντα συνεχίστηκε - στο στούντιο πια – τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 14 Μαΐου του 2011, όταν ήρθε καλεσμένος μου στην εκπομπή που διατηρώ στο Δεύτερο Πρόγραμμα για το συγκεκριμένο ρεπερτόριο. Η σχέση του άλλωστε με το ελαφρό τραγούδι υπήρξε γνήσια και βιωματική. Είχε πει τότε : «Στο ελαφρό τραγούδι της δεκαετίας του ’40 και του ’50 κυρίως, βρίσκονται οι βασικές αρχές της μουσικής μου...Το τραγούδι αυτό υπήρξε κατ’ εξοχήν λαϊκό τραγούδι...
Γιατί λαϊκό τραγούδι είναι αυτό που τραγουδούσαν τα παιδιά τα απογεύματα στις γειτονιές και οι μεγάλοι στα γλέντια που γίνονταν στα σπίτια. Κι αυτά τα τραγούδια τραγουδήθηκαν έτσι». Η αγάπη του Λουκιανού Κηλαηδόνη για το ελαφρό τραγούδι αποτυπώθηκε φυσικά σε προσωπικούς του δίσκους, αλλά και σε ανάλογου περιεχομένου δίσκους που συμμετείχε ή επιμελήθηκε, με αποκορύφωμα ίσως τα «Αρχοντορεμπέτικα» με τη Βίκυ Μοσχολιού το 1980, αλλά και τον δίσκο με τη Μαργαρίτα Ζορμπαλά, δύο χρόνια αργότερα. Τον θυμάμαι ακόμα να είναι – μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα - από τους ελάχιστους εκπροσώπους του νεώτερου τραγουδιού στην παρουσίαση της αυτοβιογραφίας του Φώτη Πολυμέρη.


Στην εκπομπή εκείνη του 2011 είπαμε και παίξαμε πολλά. Τα είχαμε διαλέξει σε αλλεπάλληλα τηλεφωνήματα που είχαν προηγηθεί τις προηγούμενες μέρες. Ένα όμως μας ξέφυγε. Το θυμήθηκε αμυδρά ο Λουκιανός την ώρα της εκπομπής και ψιλοτραγούδησε τους πρώτους στίχους του, τους οποίους ούτε εγώ θυμόμουνα Πήραν όμως ακροατές (ανάμεσά τους και ο Γιώργος Παπαστεφάνου) και μας βοήθησαν λέγοντάς μας τον τίτλο. Έτυχε να έχω το συγκεκριμένο δισκάκι. Ήταν το τραγούδι «Ποιος να’ ναι αυτός» με το Τρίο Καντσόνε. Όταν του το’ γραψα και του το πήγα χάρηκε πολύ. Μου είπε ότι ήταν το δεύτερο καλύτερο δώρο που του είχαν κάνει, αλλά δε θέλησε να μου πει το πρώτο. Ο συνθέτης του συγκεκριμένου τραγουδιού ήταν ο Γιάννης Σακελλαρίδης, γιος του σπουδαίου Θεόφραστου Σακελλαρίδη της ελληνικής οπερέττας και του ελαφρού τραγουδιού γενικότερα, που ζούσε εδώ και χρόνια στην Αμερική. Μέσω αυτού του τραγουδιού και του διαδικτύου ο Λουκιανός μου είπε ότι επικοινώνησε μαζί του και του έστειλε μάλιστα και το “Media luz” (το αγαπημένο του ορχηστρικό άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 1976).


Λίγες βδομάδες μετά ανηφόρισα στη Θεσσαλονίκη για την ηχογράφηση της βραδιάς του Λουκιανού Κηλαηδόνη και του Διονύση Σαββόπουλου στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της πόλης. Η αλήθεια είναι πως τον Κηλαηδόνη σε συναυλία τον είδα ελάχιστες φορές και μόνο τα τελευταία χρόνια. Δεν είχα πάει (κακώς !) σε κανέναν από τους «Λυκαβηττούς» του, ούτε φυσικά στο θρυλικό Πάρτυ στη Βουλιαγμένη του 1983. Αυτό το τελευταίο όμως στάθηκε η αφορμή για την τελευταία μας ραδιοφωνική συνάντηση.


Λίγες μέρες πριν κλείσουν την ΕΡΤ, στις 7 Ιουνίου του 2013, μαζί με τον Γιώργο Τσάμπρα, είχαμε ετοιμάσει ένα μεγάλο αφιέρωμα για τα 30 χρόνια από το Πάρτυ στη Βουλιαγμένη και είχαμε καλέσει σε μία τρίωρη εκπομπή που μεταδιδόταν ταυτόχρονα από το Δεύτερο και το Kosmos τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και τον Γιάννη Πετρίδη ο οποίος είχε αναλάβει τη ραδιοφωνική μετάδοση του πάρτυ. Ο Φοίβος Δεληβοριάς έλεγε αργότερα πως ακούγοντας αυτή την εκπομπή εμπνεύσθηκε τον «Μπάσταρδο γιο».


Για να μην παρεξηγηθώ : Με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη δε μπορώ να πω πως ήμασταν κοντινοί φίλοι. Υπήρχε αμοιβαία συμπάθεια και εκτίμηση, αλλά σαφώς δεν ήμουν από τους ανθρώπους της ζωής του. Μιλήσαμε αρκετές φορές τηλεφωνικά, κατά τη μία το μεσημέρι συνήθως, και μου αφηγήθηκε ιστορίες από το εξαιρετικά ταξινομημένο και τεκμηριωμένο αρχείο του, από το οποίο είχε την καλοσύνη και τη γενναιοδωρία να μου εμπιστευθεί αρκετά κομμάτια. Είχε επίσης την ευγένεια να με πάρει τηλέφωνο για να με ευχαριστήσει επειδή είχα καλέσει την κόρη του τη Μαρία για να παρουσιάσει από την εκπομπή το πρώτο της cd. Και ακριβώς στην παρουσίαση αυτού του cd στον χώρο που είχαν φτιάξει μαζί με τη σύζυγό του Άννα Βαγενά, το Θέατρο Μεταξουργείο, ήταν που τον είδα για τελευταία φορά. Καθόταν με τους παλιούς του φίλους και μου φάνηκε κουρασμένος. Πήγα κοντά του, αλληλοχαιρετηθήκαμε μέσα από βλέμματα... και αυτό ήταν όλο.


Φτάνω επιτέλους στο περιστατικό που με παρακίνησε να τα γράψω όλα αυτά. Την προηγούμενη βδομάδα έψαχνα στο ραδιοφωνικό αρχείο κάποιες εκπομπές σε παραγωγή της αείμνηστης Έφης  Μεταλληνού από τη δεκαετία του ’80, από το Δεύτερο Πρόγραμμα της Σοφίας Μιχαλίτση (για όσους ξέρουν και καταλαβαίνουν τι σημαίνει αυτό). Ήταν μια ραδιοφωνική σειρά στην οποία Έλληνες συνθέτες παρουσίαζαν όλο το μέχρι τότε έργο τους, σε παραπάνω από μία εκπομπές. Στην παρούσα φάση εγώ έψαχνα τις εκπομπές του Άκη Πάνου, καθώς τις αντίστοιχες του Λουκιανού Κηλαηδόνη τις ήξερα ήδη. Ή έτσι νόμιζα. Δίπλα στις εκπομπές του Άκη Πάνου ανακαλύπτω και μία εκπομπή με τον Kηλαηδόνη να παρουσιάζει το προαναφερθέν άλμπουμ του “Media luz” ή, όπως έλεγε ο ίδιος, «το soundtrack ενός film noir που δε γυρίστηκε ποτέ». Αυτή η εκπομπή θα παιχτεί σήμερα στις 6 το απόγευμα στο Δεύτερο Πρόγραμμα.


Πάμε τώρα στις συμπτώσεις, χωρίς φυσικά να τους προσδίδω μελοδραματικές ή μεταφυσικές προεκτάσεις. Ανάμεσα στα πολλά δισκάκια που μου άρεσε να ακούω ως πιτσιρίκι, όπως μου έλεγε η μακαρίτισσα η μανούλα μου, ήταν και το «Όταν σημάνει η ώρα» του Άκη Πάνου με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Όπως και το «Όσο αγαπιόμαστε τα δυο» που είπαμε στην αρχή. Του Κηλαηδόνη. Ο οποίος έχει πει επανειλημμένως πως το «Όταν σημάνει η ώρα» είναι ένα από τα αγαπημένα του τραγούδια. Εγώ Άκη Πάνου έψαχνα λίγες μέρες πριν από τη σημερινή επέτειο στο ραδιοφωνικό αρχείο, «χαμένη» εκπομπή του Λουκιανού Κηλαηδόνη βρήκα. Ή μάλλον με βρήκε.

 

Στην Τέχνη υπάρχουν αυτά που τα ανακαλύπτεις μόνος σου σιγά-σιγά, υπάρχουν και αυτά που στα προτείνουν άλλοι. Υπάρχουν όμως και αυτά που έρχονται και σε βρίσκουν σε διάφορες και διαφορετικές φάσεις της ζωής σου. Με έναν περίεργο και ανεξήγητο τρόπο. Φαινομενικά προέρχονται από συγκυρίες ή από πράξεις και υποδείξεις τρίτων. Συνδέονται όμως άρρηκτα με τη συναισθηματική κατάσταση της στιγμής, αλλά και με πρόσωπα, γεγονότα, εποχές. Γι’ αυτό και η σημαντικότητά τους, χωρίς να είναι επίπλαστη, πολλές φορές ενισχύεται και από προσωπικά κριτήρια. Είναι όμως κι αυτό ένα μέρος από τη δύναμή τους: η εγγραφή των αντικειμενικών στοιχείων στη μνήμη και η επιρροή των υποκειμενικών στο υποσυνείδητο. Γι’ αυτό και όταν τα ανακαλούμε συνεργάζονται το μυαλό με την καρδιά σε αυτό που με μια λέξη ονομάζουμε «νοσταλγία», όπως π.χ. για «...κάτι νύχτες με φεγγάρι, μες στα θερινά τα σινεμά»... Από τα διαχρονικότερα και πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της λαϊκής απήχησης ενός τραγουδιού, όπως την όρισε παραπάνω ο Λουκιανός Κηλαηδόνης.

 


 * O Σιδερής Πρίντεζης είναι ραδιοφωνικός παραγωγός στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από τη σελίδα του στο facebook