Δεκάδες καλλιτέχνες  δια ζώσης και τηλεφωνικά ευχήθηκαν πριν λίγες μέρες για το νέο ξεκίνημα τού Ελληνικός 93.2 F.M. Ο σταθμός, υπενθυμίζω, από τα τέλη του 2015 λειτουργούσε με playlist κατά την πετυχημένη, εντός και εκτός εισαγωγικών, συνταγή του μετρ του είδους, Νίκου Νικοκαλόπουλου (πρώην διευθυντής του Derti, Μελωδία κ.ά νυν του Μουσικού) και πλέον λειτουργεί με τέσσερεις παραγωγούς. Η στρατιά, λοιπόν, των καλλιτεχνών έδωσε ένα βροντερό παρών. Τι σημαίνει όμως αυτό; 

 

Κατ’ αρχάς έμμεση ή άμεση επιβράβευση της ραδιοφωνικής λογικής του playlist (ο νυν διευθυντής του σταθμού, Γιάννης Βασιλόπουλος, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Νικολακόπουλο διατήρησε τον σταθμό σε ικανοποιητικές, όπως αναφέρεται, μέχρι σήμερα ακροαματικότητες παίζοντας αποκλειστικά playlist). Μια λογική όμως η  οποία εδώ και χρόνια κατακεραυνώνεται στις συνεντεύξεις των ίδιων των καλλιτεχνών ως ένας από τους βασικούς παράγοντες φθοράς της προβολής του τραγουδιού! Λογική όμως που, τουλάχιστον στις ραδιοφωνικές μετρήσεις, φαίνεται να αποδίδει όλο και περισσότερο, δημιουργώντας μιαν  αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση με τους ακροατές. Απόδειξη ότι νέο ζωντανό και πολυθεματικό  Ραδιόφωνο 24/7 σύμφωνα πάντα με τις μετρήσεις (;) δεν έχει καταφέρει να κάνει δυναμική είσοδο, γεγονός που προβληματίζει για τον τρόπο και λόγο χρήσης του ραδιοφώνου από τους σημερινούς ακροατές. 

 

Οι καλλιτέχνες που βρέθηκαν στο στούντιο του Ελληνικός προσέφεραν από την άλλη πλευρά υποστήριξη της «φωνής» που απέκτησε ο σταθμός, τουτέστιν 4 ραδιοφωνικοί παραγωγοί που καλύπτουν 16ωρο πρόγραμμα! Ασφαλώς και είναι ευτυχές γεγονός πίσω από τα μικρόφωνα να βρίσκονται άνθρωποι και μάλιστα σε επαγγελματική βάση.

Το τι λένε, τι παίζουν, πόσο ελεύθερα επιλέγουν και ποια είναι η μουσική προϊστορία των ραδιοφωνικών παραγωγών, γενικά μιλώντας, φαίνεται ωστόσο να παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Η κατά περιπτώσεις έλλειψη μουσικών γνώσεων και η ουσιαστική υποστήριξη του τραγουδιού από την πλευρά των παραγωγών φτιάχνοντας ένα μουσικό περιβάλλον, καθώς και η μερική ή ολική στέρηση της ελευθερίας των επιλογών τους -με τη μετατροπή τους  σε εκφωνητές των προϊόντων χορηγίας της εκπομπής τους- είναι μερικά από τα σημεία της αθέατης –ή θεατής;- πλευράς που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.

Όπως υπόψη πρέπει να λαμβάνεται και να αναγνωρίζεται η προσπάθεια αρκετών –αλλά αναλογικά λίγων- παραγωγών οι οποίοι με μεράκι, γνώση και όραμα επιμελούνται των εκπομπών τους, «ψάχνουν» και «ψάχνονται», προτείνουν, αλλά και δημιουργούν μουσικές ατμόσφαιρες. Χωρίς παρελθόντο-νεολαγνισμούς, αλλά ισορροπώντας.

 

Είναι γεγονός πάντως γενικότερα μιλώντας πως τα ραδιόφωνα σήμερα κινούνται σε μια λογική γύρω από αυτό που ονομάζεται «ενίσχυση των ανθρώπινων πόρων». Πληθαίνουν οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί, αυξάνονται οι ζωντανές συνεντεύξεις, τα αφιερώματα σε καλλιτέχνες, οι διοργανώσεις ραδιοφωνικών live, οι ειδικές βραδιές για τους ακροατές, η χορήγηση προσκλήσεων και η παντός είδους διασύνδεση με καλλιτέχνες και ακροατές. Το ραδιόφωνο ανοίγεται και στο κοινό του ως διαμορφωτικός παράγοντας του πρώτου με ποικίλους τρόπους διάδρασης και με μια επιθετική επικοινωνιακή πολιτική «αγάπης». Αυτή βεβαίως η νοοτροπία είναι απόρροια μιας γενικευμένης λογικής marketing λόγω της δυναμικής των social media και της διείσδυσής τους ως μια ποσοτική και ποιοτική μεταβλητή. 

 

Συνάγουν όλα αυτά μια θετική εξέλιξη του ραδιοφωνικού χώρου των ερτζιανών;

 

Αναλόγως το πώς θα το δει κανείς. Σε επίπεδο προβολής και ενίσχυσης συναυλιών και  παραστάσεων των καλλιτεχνών, ναι. Υπάρχει έντονη κινητικότητα μέσω προσκλήσεων, αναφορών  συναυλιών, δελτίων τύπου στις ιστοσελίδες των σταθμών και γενικότερα διάθεσης ενίσχυσης και προβολής.  Όσο όμως ενισχύονται οι ανθρώπινοι πόροι, δηλαδή τα πρόσωπα ως σημαίνον και όχι σημαινόμενο,  ως πρόσωπα της επικαιρότητας δηλαδή και όχι ως καλλιτεχνικοί εκφραστές, τόσο μειώνεται το ζητούμενο ενός μέσου, όπως το ραδιόφωνο, που είναι η δημιουργία μιας μουσικής ιστορίας.

Γιατί αυτή συντελείται, όταν η επικαιρότητα φύγει και μείνει το έργο που μεταδίδεται. Έτσι, όσο διευρύνεται ο ραδιοφωνικός χάρτης με την εμφάνιση νέων σταθμών και προσώπων τόσο εμφανίζεται σμίκρυνση της ποικιλίας των τραγουδιών που μεταδίδονται. Αναπαραγωγή σε μεγάλο βαθμό ίδιου ρεπερτορίου -κατά βάση τα λαϊκά τού '60, τα σουξέ τού  ‘90 και '00 και τα mainstream σύγχρονα-, υπέρπροβολή συγκεκριμένων καλλιτεχνών –μέσω εταιρειών ή διαπροσωπικών σχέσεων- οι οποίοι στηρίζουν τους σταθμούς και στηρίζονται από αυτούς και επικαιρικά σύντομη προβολή άλλων καλλιτεχνών και τραγουδιών αναλόγως τις ζωντανές τους εμφανίσεις ή και τα οικονομικά πακέτα συνεργασίας. 

 

Παρουσιάζεται, λοιπόν, μια εμφανής αντίφαση ανάμεσα στις προθέσεις των σταθμών -όπως διατυπώνονται στις καμπάνιές τους- και το μουσικό τους πρόγραμμα, ανάμεσα στις επιδιώξεις των παραγωγών και τις σχετικές μουσικές επιλογές (τους). Και αυτές κατά τη γνώμη μου οι αντιφάσεις αποτελούν ίσως το βασικό corpus του σημερινού «έντεχνου» ιδιωτικού και κρατικού ραδιοφώνου.