Δεν είναι ασυνήθιστο να βλέπουμε ηθοποιούς να εμφανίζονται ως τραγουδιστές σε μουσικές σκηνές ή να συμμετέχουν σε μουσικές τηλεοπτικές εκπομπές. Ούτε και το αντίστροφο. Τραγουδιστές δηλαδή να παίρνουν μέρος ως ηθοποιοί στο θέατρο, τον κινηματογράφο ή την τηλεόραση. Δε νομίζω ότι το ένα ή το άλλο είναι εκ προοιμίου κατακριτέα. Όλα θα έπρεπε να κρίνονται κατά περίπτωση, εκ των συνθηκών και εκ του αποτελέσματος.

 

Όπως έχω ξαναπεί (και ξαναγράψει ενδεχομένως), ο αείμνηστος Γιάννης Δαλιανίδης το 2002, στη μοναδική δυστυχώς φορά που είχα τη χαρά να μιλήσω μαζί του, μου είχε πει ότι προτιμά να ακούει τα τραγούδια που υπήρχαν στις ταινίες του ερμηνευμένα από τους ηθοποιούς και όχι από τους καλούς τραγουδιστές που τα μετέφεραν στη δισκογραφία της εποχής, καθώς οι ηθοποιοί ήταν που τα υποστήριζαν ως συνέχεια και κομμάτι του χαρακτήρα που υποδύονταν στα έργα (από τους βασικούς κανόνες του ρόλου των τραγουδιών σε ένα μιούζικαλ).

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση στην οποία αναφέρομαι, τα παραπάνω αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν η τραγουδίστρια είναι η Χάρις Αλεξίου, η παράσταση φέρει τη σκηνοθετική υπογραφή του Νίκου Καραθάνου και το έργο παίζεται στο Εθνικό Θέατρο.

 

Στον τόμο «Αλεξίου» με τις δικές της μνήμες και τα κείμενα του Γιώργου Τσάμπρα που κυκλοφόρησε το 2009, διαβάζω πως η Χάρις Αλεξίου προετοιμάστηκε για τις εξετάσεις της Δραματικής Σχολής από τον Ανακρέοντα Παπαγεωργίου (που της έβαλε και την ιδέα) σε ένα κομμάτι από τον «Θείο Βάνια» του Άντον Τσέχωφ, ένα ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ  και την «Εβραία» του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Φοίτησε στο σχολή του Πέλου Κατσέλη χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές της. Όλα αυτά στις αρχές της δεκαετίας του 1970, παράλληλα με τα πρώτα της βήματα στο τραγούδι.

 

Μόλις πέρυσι την είδαμε στη σκηνή του Θεάτρου «Βασιλάκου» στο «Χειρόγραφο» με επιλεγμένα τραγούδια και δικά της κείμενα που έφεραν τις αναμνήσεις, τις σκέψεις και τα βιώματά της και στα οποία έδωσε θεατρική υπόσταση ο Γιώργος Νανούρης.

 

Όμως τώρα, ο ρόλος της στην «Οπερέττα» δεν είναι τραγουδιστικός. Ακόμα και στο τέλος, όταν η παράσταση κλείνει με ένα τραγούδι με την ίδια να το ερμηνεύει  σχεδόν αθέατη και να τη συνοδεύει στο πιάνο ο συνθέτης και ηθοποιός Άγγελος Τριανταφύλλου – που έχει γράψει εξαιρετική μουσική και τραγούδια που καλό θα ήταν να εκδοθούν – και πάλι έχεις την αίσθηση ότι πρόκειται για μια στιγμή μιας ηθοποιού της συγκεκριμένης παράστασης και όχι μιας τραγουδίστριας που ανέβηκε στο θεατρικό σανίδι και δε θέλει να αποβάλει εντελώς την προηγούμενη εικόνα της.

 

Η «Οπερέττα» του Πολωνού (αυτοεξόριστου στο Μπουένος Άιρες από το 1939) Βίτολντ Γκομπρόβιτς ξεκίνησε να γράφεται στη δεκαετία του 1950 και ολοκληρώθηκε το 1966. Όπως αναγράφεται στο εξώφυλλο του προγράμματος, πρόκειται για μια παράσταση με αφορμή το συγκεκριμένο έργο. Όσοι έχουν παρακολουθήσει τη σκηνοθετική εργασία του Νίκου Καραθάνου, από τον Αριστοφάνη ως τον Τσέχωφ και από τη «Γκόλφω» ως τον «Συρανό» και το «Δεκαήμερο», έχουν διαπιστώσει το βάθος και την οξυδέρκεια της θεατρικής του ματιάς και ανάγνωσης, καθώς και την ιδιαιτερότητα της αισθητικής του. Οι παραστάσεις του είναι έργα συνόλου, καθώς φροντίζει να αξιοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο όλους τους συνεργάτες του, από τους οποίους απαιτεί πολλά, αλλά έχει και την ικανότητα να τους εκμαιεύει άλλα τόσα. Προσωπικά, έχω φύγει εντυπωσιασμένος από κάποιες παραστάσεις του, αλλά και σκεπτικός από άλλες.

 

Καθώς δεν είμαι ούτε θεατρολόγος, ούτε θεατρικός κριτικός, δεν θα ήθελα να γράψω (να αντιγράψω στην ουσία) περισσότερα για το έργο ή τον συγγραφέα ή να προβώ σε αναλύσεις για τη σκηνοθεσία και τα πρόσωπα της συγκεκριμένης παράστασης. Θέλω να επικεντρωθώ στην ένταξη της Αλεξίου στον κόσμο του Καραθάνου. Πολύ θα ήθελα να έχω παρακολουθήσει κλεφτά τη διαδικασία στις πρόβες που οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα, το οποίο είναι αξιοσημείωτο, συγκινητικό και πλήρως εναρμονισμένο με τις σκηνοθετικές επιταγές και απαιτήσεις. Είχα δει την παράσταση και στο προηγούμενο της ανέβασμα (πριν το καλοκαίρι) με την ελαφρώς διαφορετική διανομή.

 

Ο Νίκος Καραθάνος δεν έχει κάνει τώρα παραχωρήσεις ή εκπτώσεις επειδή έχει μαζί του ένα όνομα όπως η Χάρις Αλεξίου, που προέρχεται από διαφορετικό χώρο, με ελάχιστη εμπειρία όμως σε σχέση με τους υπόλοιπους. Είναι δεδομένο ότι διαφέρουν στη θεατρική παιδεία, την πορεία των χρόνων, την  ανάσα μέσα στο θέατρο. Ωστόσο, την έχει ενσωματώσει απολύτως στην αντίληψη που διέπει τη σκέψη του. Την προστατεύει χωρίς να την υποτιμά και, ταυτόχρονα, την αναδεικνύει χωρίς να την εκθέτει.

 

Όλα τα παραπάνω δεν τα γράφω επειδή συνήθως τα πρόσωπα που αγαπάμε τα κρίνουμε με επιείκεια και αρκετά ελαφρυντικά. Αλλά γιατί στη σκηνή του «Κοτοπούλη-Rex» είδα μία γυναίκα που δεν επαναπαύεται στις δάφνες που έχει δίκαια δρέψει τόσα χρόνια. Επιχειρεί να δοκιμαστεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό, πρωτόγνωρο για το κοινό της, ίσως και για την ίδια. Αποφασίζει να του δώσει κάτι που δεν το περιμένει, κάτι που ενδεχομένως να το ξενίσει στην αρχή. Αλλά που σίγουρα θα του ανοίξει δρόμους αν την ακολουθήσει και εδώ. Αρκεί το κοινό να μην αντιμετωπίσει αυτή της την προσπάθεια ως ένα καλλιτεχνικό καπρίτσιο ή ως ένα παλιό απωθημένο που τώρα βρήκε πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί. Πολλές φορές στην Τέχνη κάνουμε το λάθος – και αρκετοί καλλιτέχνες έχουν παγιδευτεί σε αυτό - να κρίνουμε αυτό που θα θέλαμε εμείς οι ίδιοι από τους αγαπημένους μας καλλιτέχνες, αντί να ψάξουμε αυτό που οι ίδιοι θέλησαν να μας προσφέρουν. Ανεξάρτητα από την έκβαση του εκάστοτε εγχειρήματος.

 

Τη βραδιά που παρακολούθησα την «Οπερέττα», ανάμεσα στους θεατές ήταν και η Λυδία Φωτοπούλου. Η προηγούμενη διδάξασα (τι όμορφη λέξη για το θέατρο!) στον συγκεκριμένο ρόλο. Ας κλείσει λοιπόν αυτό το κείμενο με ένα βίντεο, όχι με τραγούδι που ερμηνεύει η Χάρις Αλεξίου, αλλά με τη Λυδία Φωτοπούλου σε μια συγκλονιστική στιγμή από την «Γκόλφω» του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, έτσι όπως την ανέβασε ο Νίκος Καραθάνος στην ίδια σκηνή του Εθνικού το 2013.

 

Η Χάρις Αλεξίου έχει από παλιά το σεβασμό, την εκτίμηση και το θαυμασμό μου, αν και οφείλω να ομολογήσω ότι δεν ανήκω στους φανατικούς «οπαδούς» της και την έχω δει πολύ λιγότερο στη σκηνή σε σχέση με άλλους της γενιάς της.

 

Λέτε να καλύψω την απόσταση τα χρόνια που έρχοναι αντικαθιστώντας τη μουσική σκηνή με τη θεατρική;