Πάνω στην άμμο την ξανθή / γράψαμε τ’ όνομά της / Ωραία που φύσηξεν ο μπάτης / και σβήστηκε η γραφή. Ο Μίκης Θεοδωράκης διευθύνει μία χορωδία 1000 ανθρώπων και μία ορχήστρα σε ένα Καλλιμάρμαρο γεμάτο κόσμο που πήγε να τιμήσει τον ίδιο και το έργο του. Δεν είναι όρθιος και εκρηκτικός όπως συνήθιζε όταν διηύθυνε κάποια ορχήστρα. Αυτή τη φορά είναι καθισμένος και γλυκός, αλλά το ίδιο αγέρωχος, το ίδιο μεγάλος και ακόμα περισσότερο συγκινητικός.

 

 

Τα χέρια του θυμούνται, μάλλον πηγαίνουν από μόνα τους πια. Σχηματίζουν τις δικές τους ζωγραφιές και νοσταλγούν με τις δικές τους αερογραφίες.

 

Κάποια στιγμή σηκώνεται όρθιος. Ζει την αποθέωση! Ο κόσμος φωνάζει «Αθάνατος» και τον χειροκροτά περίπου ένα δεκάλεπτο. Τι ζωή σκέφτεσαι… Τι έργο! Τι δύναμη! Τι διαδρομή!

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης με τα μεγάλα του χέρια φύσηξε σαν μπάτης και έσβησε τη γραφή. Την όποια γραφή. Ακόμα και εκείνη που έχει πολλά να του καταλογίσει για τις κατά καιρούς πολιτικές του τοποθετήσεις ή τις κινήσεις του στον πολιτικό χώρο…

Τα έσβησε όλα!

 

 

Δεν είχε πια καμία σημασία τίποτα από όλα αυτά. Τα χέρια του καθισμένου αρχιστράτηγου του ελληνικού τραγουδιού τα έσβησαν όλα και τα παρέδωσαν στα σπουδαία τραγούδια του.

 

Ήταν (και) εκεί, είναι εδώ και θα είναι εδώ κάθε φορά που θα ξαναγράφουμε πάνω στην άμμο την ξανθή το όνομά της για να έρχεται να σβήνει την γραφή. Κι ας είναι γλυφό το νερό κι ας έχουμε κοντή μνήμη.