Εμείς οι ¨καλλιτέχναι¨ αρεσκόμαστε μεταξύ άλλων , όταν συνευρισκόμαστε σε ¨καλλιτεχνικούς κύκλους¨, να σχολιάζουμε, να κρίνουμε τους ¨συναδέλφους¨ μας, αναγνωρισμένους και μη. Τουτέστιν να κουτσομπολεύουμε ωσάν τις παλιόγριες. Για τους μεν άσημους ακόμα συναδέλφους μας συνήθως συζητάμε όλοι μαζί και βγάζουμε πόρισμα που εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν έχουν ακόμα πετύχει, λες και εμείς δεν έχουμε που να βάλουμε τον λαό μας. Για τους δε αναγνωρισμένους καταλήγουμε ότι ¨εντάξει, επαναλαμβάνεται μωρέ, κουράστηκε, έχει δέκα χρόνια να βγάλει σοβαρό δίσκο¨ κ.ο.κ. Μεταξύ άλλων η επιφανής, επίλεκτη ομάδα πανεπιστημόνων μουσικοκριτικών ορατών τε πάντων κι αοράτων, εμείς γαρ, απεφάνθη ότι ο Γ. Αγγελάκας ό,τι είχε να πει το πε και πλέον επαναλαμβάνεται. Ντάξει ρε Γιάννη, το καταλάβαμε, κάτι σε τρώει μέσα σου, ο εχθρός είναι μέσα μας, να ακούμε το μέσα μας, το εμπεδώσαμε.. 

 


γράφει ο Σταύρος Ρουμελιώτης - μουσικός, μέλος των Usurum


 

 

¨ΑΣΕ ΜΑΣ ΚΟΥΚΛΙΤΣΑ ΜΟΥ¨ μου, απαντώ.

Έτσι απαντάω από χτες στον εαυτό μου.

 

Χτες λοιπόν πήγα στη συναυλία του Γ. Αγγελάκα και της μπάντας του, των 100 βαθμών κελσίου, στην πλατεία νερού. Πήγα να δω και να επαληθεύσω τη γνώμη που είχα σχηματίσει από τις ακροάσεις στο  Youtube (καθώς δεν είχα αξιωθεί να τον δω από κοντά, ε και να πάρω τον δίσκο, πού λεφτά τώρα, τον έχει και στο spotify) ότι δεν έχει καλυφθεί σωστά η συχνοτική απουσία του μπάσου, ότι τα πνευστά δεν έχουν εξαντλήσει τη γκάμα των extended technics (που είχαμε και στο χωριό μου τέτοιες) που το συχνοτικό φάσμα είναι άνισα κατανεμημένο και τα τύμπανα επαναπαύονται στην ευκολία μιας εφηβικής γκρούβας. Την απάντηση στον εαυτό μου τη φαντάζεστε. ¨ΑΣΕ ΜΑΣ ΚΟΥΚΛΙΤΣΑ ΜΟΥ¨

 

Ο άνθρωπος αυτός τραγουδάει, τραγουδούσε και θα τραγουδάει τα όνειρα μιας πόλης που τρελάθηκε (κάπου το χα διαβάσει αυτό κάποτε δε θυμάμαι που). Για την ακρίβεια τραγουδάει τα όνειρα μιας ολόκληρης χώρας και κάμποσων γενεών. Τραγουδάει τον έρωτα, ακούγοντας την αγάπη και ξυπνώντας γλυκά όπως ξυπνούν οι εραστές, τραγουδάει την ύπαρξη έχοντας κάτι μέσα του που δε λέει να ημερέψει, τραγουδάει την επανάσταση χορεύοντας ένα άγριο και περήφανο χορό. Τι να πρωτοπεί κανείς για τον Γ. Αγγελάκα;  Όπως λέει και ο φίλος μου ο Σπύρος ¨μόνο που τον βλέπεις να υπάρχει πάνω στη σκηνή δε θες τίποτα άλλο¨. Τεράστιο εκτόπισμα, καθολικός Καλλιτέχνης.

 

Το πιο συγκινητικό όμως είναι ότι αυτός ο άνθρωπος κατά κάποιο τρόπο χτίζει συνειδήσεις. Πες πες τόσα χρόνια κάτι μένει.

 

Είναι συγκινητικό να τραγουδάνε 5.000 κόσμου όλοι μαζί χοροπηδώντας ¨η φτώχεια είναι πιο φρόνιμη αν νιώθει ότι φταίει¨ ή την αγωνία μας να ξεκολλήσει αυτή η κωλορόδα που όλο στην αρχή γυρνάει, ή πως δειλιάζουμε μπροστά στην ομορφιά και προτιμούμε να βάζουμε τη γάτα μας να κλαίει παρά να ακούμε τους πόθους μας να ουρλιάζουν σα σκυλιά. Ακόμα και το παρωχημένο πλέον για πολλούς ¨Σιγά μη κλάψω¨.

 

Έχει ανάγκη αυτός ο λαός να υψώσει ανάστημα, να νιώσει περήφανος και ελεύθερος. Προφανώς την επόμενη της συναυλίας οι περισσότεροι από εμάς επιστρέψαμε στις ζωές μας φοβισμένοι και θλιμμένοι όπως μας επιτάσσουν οι καιροί να είμαστε. Όμως χρειαζόμαστε ευκαιρίες να φωνάζουμε την ελευθερία και την περηφάνια μας.

 

Ακόμα και μουσικά πάντως – ναι, πες ρε προφέσορα να σε ακούσουμε – ο άνθρωπος αυτός συνεχίζει να πειραματίζεται διανύοντας την έκτη δεκαετία της ζωής του. Μετά το καλύτερο και επιδραστικότερο ίσως ροκ συγκρότημα της χώρας ό,τι δοκίμασε ήταν επανάσταση. Από τη superband των επισκεπτών με το αφάν γκατέ των μουσικών – που όταν κάνουμε διάλλειμα εμείς οι ¨καλλιτέχναι¨ από το κουτσομπολιό, τον ακούμε στα κρυφά να μάθουμε τι σημαίνει ενορχήστρωση – μέχρι τις δουλειές με τον Ν. Βελλιώτη – ό,τι πιο ρηξικέλευθο, ό,τι πιο φρέσκο, μια συνάντηση της υψηλής ποίησης και της ποπ μουσικής (υπό την έννοια της popular, της μη λόγιας) με τεχνικές, ιδέες και φόρμες αντλημένες από τα ρεύματα της contemporary και avant garde΄τέχνης. Έπειτα ο πειραματισμός βασισμένος στην κρητική παράδοση σε συνεργασία με τους ιερείς του είδους (Ξυλούρης, Ψαραντώνης, Χαιρέτης),  το τρίο με τον Ντίνο Σαδίκη που τους είδα με τα μάτια μου να ξεσηκώνουν στο πόδι ολόκληρο το Μπαρουτάδικο στο Αιγάλεω με έναν μόνο μπαγλαμά και τέλος, οι 100 βαθμοί κελσίου.

 

Νέα παιδιά. Επιτέλους νέα παιδιά. Πολύ νέα. Δύσκολα κάποιο απ’ αυτά θα είναι πάνω από 30. Μουσικοί καταπληκτικοί, έχοντας ξεπεράσει κατά πολύ και προ πολλού την ακαδημαϊκή στειρότητα των ωδείων και λοιπών ιδρυμάτων, παρακολουθώντας και συνδιαμορφώνοντας τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα, εκτελεστές και συνθέτες οι ίδιοι με πολλά προσωπικά πρότζεκτ. Μουσικοί αξιοσέβαστοι ήδη στο χώρο – προσοχή, όχι στην πιάτσα, όχι στο χώρο των session μουσικών (όχι ότι έχει κάτι το session σαν έννοια, απεναντίας είναι μια πολύ σοβαρή δουλειά). Φρέσκες ιδέες, πολλά εφέ, πολλές διαφωνίες, πολλά μπίτια, ανοίγει το αυτί σου. Ερεθίζεται. Ερεθίζεται προς κατευθύνσεις νέες. Νιώθεις το νέο και αποτινάσεις τη σήψη. Το αυτί σου βγαίνει απ τη βολή του, επεξεργάζεται, προβληματίζεται, δεν διασκεδάζει, ψυχαγωγείται. Δε θα το ακούσεις στο ραδιόφωνο. Γιατί λέει δεν είναι χαρούμενο. Ε, λοιπόν πρώτη φορά βλέπω τόσο θλιμμένους και μίζερους χαρούμενους όπως αυτούς που θέλουν τα ραδιόφωνα.  

 

Εν κατακλείδι,  καλύτερα να επαναλαμβάνεται κανείς κάνοντας κάτι (προφανώς κάτι καλό) παρά να επαναλαμβάνεται μην κάνοντας κάτι, απλά διαιωνίζοντας την απάθεια του.

 

Καλά θα κάνουμε να βάλουμε κάτω τα οπίσθιά μας και να δουλέψουμε για να καταφέρουμε το 1/10 αυτών που έχει καταφέρει ο Γ. Αγγελάκας και να επαναλαμβανόμαστε 40 χρόνια. Έτσι ίσως βάλουμε και ’μεις τον οβολό μας να κάνουμε εμάς και τον κόσμο που μας περιβάλλει καλύτερους.

 

Υ.γ. αν και συνυφασμένος ποιητής της κοινωνίας, έχει γράψει ο Αγγελάκας μερικούς απ’ τους πιο εμπνευσμένους κατ’ εμέ ερωτικούς στίχους. Ευχαριστώ απεριόριστα για το παρακάτω.

 

¨Σ ένα ανοιξιάτικο λιβάδι ήμασταν μόνοι. Ξάπλωνα κι είχα το κεφάλι μου στα πόδια σου. Κι άκουγα το χορτάρι να μεγαλώνει¨