Τον γνώρισα γύρω στο 84. Μας τον σύστησε ο Στράτος Στρατηγόπουλος. Η γνωριμία είχε την προοπτική της συνεργασίας. Την θέση του πιανίστα στην Κομπανία την είχε ο Πάνος Γκέκας που η δικηγορική του πορεία δεν του επέτρεπε να είναι και ενεργός μουσικός. Χρειαζόμασταν επειγόντως πιανίστα. Ο Αλέκος ήταν ήρεμος, λιγομίλητος σαν παλιός ήρωας με ένα κρυμένο τραύμα. Δεν έδειχνε εύκολα σε κανένα την τεράστια μουσική του αντίληψη.

 


γράφει ο Άγγελος Σφακιανάκης


 

Με σόκαρε η αγκύλωση στον αγκώνα του αλλά ο μύθος και το μυστήριο που έκρυβε η σιωπή του ήταν πιό ελκυστικά.

Στις πρόβες ήταν σχεδόν ευγενικά απών. Μας ακολουθούσε.

Σαφέστατα δεν γούσταρε. Σιγά σιγά λύθηκε και άρχισε να συμμετέχει λίγο στις κουβέντες και στις ανταλλαγές εμπειριών.

Αγαπημένη του αφήγηση ήταν αυτή η διονυσιακή συναυλία στο Παρίσι και το εξωφρενικό σόλο με την Πολωνέζα θαυμάστρια πεσμένη στα πόδια του και το κοινό να παραληρεί. Ήταν ρόκερ.

Οι αναζητήσεις του στη μουσική ήταν πιό βαθειές.

Σε ένα διάλειμμα μιας πρόβας έπαιζα ένα σχεδίασμα μπαλάντας σε Λα μινόρε. Ο Καρακαντάς με ένα πονηρό μειδίαμα μου λέει χαμήλωσε την Σολ.

 

 

Δεν κατάλαβα τι ενοούσε γιατί η κιθάρα ήταν σωστά κουρδισμένη. Χαμήλωσε λίγο την Σολ επανέλαβε τρυφερά. Του πρότεινα την κιθάρα. Την πήρε και χαμήλωσε την χορδή Σολ ένα τεταρτιμόριο και άρχισε να αρπίζει. Πρώτη φορά τον έβλεπα να παίζει κιθάρα και η προσήλωσή του έδειχνε μια βαθειά σχέση με το όργανο. Τα μαλλιά του είχαν πέσει στα γυαλιά του αλλά τα μάτια του από κάτω σπιθίριζαν.

Δεν είναι πιό γλυκά έτσι με ρώτησε με σιγουριά. Ναι ήταν απρόσμενα πιό γλυκά.

 

Ήταν σαν πρωτότοκος γιός της Μουσικής. Σε όποιο περιβάλλον κι αν βρισκόταν η Μουσική θα είχε πάντα ένα χάδι γι αυτόν.

Όταν έμενε στον Χολαργό πήγε ένας επαγγελματίας κιθαρίστας για να του κάνει ο Καρακαντάς μαθήματα.

 

 

Τον πήγε στο στουντιάκι του και κάθησαν αντικριστά με τις κιθάρες τους στα χέρια. Κάτι είδε και του λέει ξαφνικά. Δώσε μου την κιθάρα σου. Την παίρνει, την περιεργάζετε και βλέπει άτσαλα περασμένες τις χορδές, χτυπήματα και γρατζουνιές, λιγδωμένες χορδές και γίνεται έξαλλος. Τί κάνεις ρε συ, του λέει. Πώς φέρεσε έτσι στην κιθάρα; Αν ήταν γυναίκα θα σου είχε φύγει. Γιατί δεν νοιάζεσαι, γιατί δεν την φροντίζεις; Δεν την αγαπάς....

 

Γιατί να σου δώσει τον ήχο της;

Του δίνει την κιθάρα πίσω και του λέει Μίλα της....

Ζήτα της συγγνώμη.

 

Σηκώθηκε και βγήκε από το στούντιο και έκλεισε την πόρτα και τον κλείδωσε μέσα.

Τον άφησε δύο ώρες στον διαλογισμό της συγγνώμης.