Το τραγούδι «Γιαξεμπόρε» ακούγεται στην ταινία «Θίασος». Είναι μία σύμπτυξη των «γειά σου» και «αμόρε» που προήλθε από τα Μπουλούκια των Ιταλών ηθοποιών που ερχόταν στη χώρα μας στις αρχές του περασμένου αιώνα. «Γειά σου αμόρε» φώναζαν προς τους θαμώνες των καφέ σαντάν και σιγά σιγά πέρασε στους Έλληνες Μπουλουκτσήδες ως «Γιαξεμπόρε». Η φράση αυτή, σύντομα έγινε το σήμα κατατεθέν για το κάλεσμα του κοινού...

 

Δεν μου λέτε – Γιαξεμπόρε!
Βρε κορίτσια – Γιαξεμπόρε!
Που θα πάμε – Γιαξεμπόρε!
Τι θα φάμε – Γιαξεμπόρε!

Πως μ’ αρέσουν - Γιαξεμπόρε!
Τα κορίτσια – Γιαξεμπόρε!
Λίγο μπούτι – Γιαξεμπόρε!
Λίγο στήθος – Γιαξεμπόρε!

Ένα κι ένα κάνουν δύο
Και το βράδυ στις οχτώ
Ραντεβού στο καφενείο
Μ’ ένα έργο διαλεχτό
Τέτοια χείλια, τέτοια μάτια
Και κορμάκια τραγανά
Τέτοια όμορφη πραμάτεια
Δεν θα βρείτε πουθενά.

 

 


Και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος (σκηνοθέτης) και ο Νίκος Γκάτσος (στίχους) και πριν λίγες ώρες ο Λουκιανός Κηλαηδόνης (μουσική) έχουν πει το μεγάλο γεια. Άφησαν πίσω την ιστορία τους, αφού πέρασαν από το μάτι της βελόνας την ιστορία του τόπου.

Θα μας φτάσουν τα χρόνια να ψάχνουμε τα μεγάλα που άφησαν πίσω; Αυτά που περήφανοι οι «νέοι» καλλιτέχνες απαξιώνουν ως «παλιά» και αφού έγιναν η αιχμή του καινούριου μας σέρνουν στα νυχτομάγαζα, αφού κατέκτησαν την κορυφή "παρότι το σύστημα ήταν εναντίον τους". Εκεί διαλαλούν τη δική τους πραμάτεια. Χωρίς «Γιαξεμπόρε», χωρίς ταπεινότητα. Με χαμόγελα πλαστικά και πρόσωπα αλλοιωμένα. Με παρκαδόρους και οινόπνευμα. Κι αυτό που συναντιέται με την ιστορία είναι το υπερεγώ τους.

Φαντάσου! Μετά από χρόνια… στα επετειακά λευκώματα θα γράφεται: «Οι πολίτες της χώρας είχαν οδηγηθεί σε εξαθλίωση, δεν είχαν χρήματα να έρθουν να μας δουν… αλλά… Είχαμε κάτι φώτα!»

 

Σήμερα, το «Γιαξεμπόρε» δεν θα ήταν η μεταφορά του «Γεια σου αμόρε» αλλά του «Γεια σου έμπορε». Και πιστεύω καταλαβαινόματε! Δεν λέει κανείς να γυρίσουμε στην εποχή του Θιάσου, δεν θα το αντέχαμε άλλωστε.

 

Γιαξεμπόρε του Θιάσου
φεύγει η ζωή σου, βιάσου!
- Έχετε να πείτε κάτι;
- Φύγε! Γέροντα σακάτη.

 

 

 

 


Για την ιστορία:

 

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης έχει μιλήσει για το θέμα στον Ηρακλή Οικονόμου και τον Μάκη Γκαρτζόπουλο (περ. «Μετρονόμος», τχ.34, 6-9/)

 

«Είναι καλοκαίρι του 1973, και εγώ έχω κάνει τη μουσική για το Ελεύθερο Θέατρο και την παράσταση στο Άλσος Παγκρατίου “Κι εσύ χτενίζεσαι”, η οποία παιζόταν με μεγάλη επιτυχία μέσα στη δικτατορία. Τότε έρχεται στο θέατρο ο Θόδωρος και εκεί τον πρωτογνώρισα, ή με πήρε τηλέφωνο πρώτα, δεν θυμάμαι, δεν έχει καμία σημασία. Μου είπε ότι ετοιμάζει μια ταινία και θα ήθελε να του κάνω τη μουσική. Μου είπε με δυο λόγια περί τίνος επρόκειτο. Κατάλαβα ότι επρόκειτο για κάτι σημαντικό. Όλοι οι συνεργάτες, ο Δημήτρης Αρβανίτης στη φωτογραφία, ο Θανάσης Αρβανίτης στον ήχο, ο Μικές Καραπιπέρης στα σκηνικά, η ομάδα του Θόδωρου πίστεψαν από την πρώτη στιγμή ότι εδώ γίνεται κάτι πάρα πολύ σοβαρό».
[...]
“Το τραγούδι σπονδυλώνεται στα διάφορα μοτίβα, που προσθέτονται ή αφαιρούνται, ανάλογα με τις ανάγκες του Θιάσου. Μας τραγούδησε κάποτε κάποιος παλιός μπουλουκτσής δύο μοτίβα του τραγουδιού που θυμότανε. Ξεκινώντας από τα μοτίβα αυτά, έγραψα 4-5 μοτίβα ακόμα, στο ύφος των άλλων, τα οποία υπήρξαν και καθοριστικά για το όλο ύφος του τραγουδιού. Προσπάθησα το τραγούδι να κρατήσει το Σλάβικο χαρακτήρα του (ο ρυθμός του είναι χασαποσέρβικος), και, παράλληλα, ν’ απαντήσει μουσικά τις μνήμες από παλιούς ιταλικούς και γαλλικούς Θιάσους που περιόδευαν την Ελλάδα στις αρχές του αιώνα και που υπήρξαν οι πρώτοι δάσκαλοι του είδους «μπουλούκι»”.