«Έστω κι έναν αν βοηθήσουν τούτα τα κείμενα να αγαπήσει περισσότερο το ελληνικό τραγούδι, το παιχνίδι έχει κερδηθεί». Έτσι τελείωνε το σημείωμα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου «Μάνος Ελευθερίου, “είναι αρρώστια τα τραγούδια”», το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2002 και περιείχε κείμενα του Ελευθερίου «για συνθέτες, τραγουδιστές και στιχουργούς και κυρίως για την υπόθεση του ελληνικού τραγουδιού». Πρόκειται, δηλαδή, για ένα απάνθισμα των κειμένων του τα οποία είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό Δίφωνο [στη στήλη που διατηρούσε για αρκετά χρόνια με τον τίτλο «Ο Μάνος Ελευθερίου γράφει και δεν εξηγεί»] και όπως είχαν αναγνωστεί στις ραδιοφωνικές του εκπομπές [οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα στον Αθήνα 9,84]. Αυτά τα κείμενα σε συνδυασμό με τις συνεντεύξεις του και την ιστορική του έρευνα «Μαύρα μάτια: Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η συριανή κοινωνία στα χρόνια 1905- 1920» (εκδ. Μεταίχμιο, 2013) καθώς και τις άμεσες και έμμεσες μουσικολογικές του αναφορές που υπάρχουν στις μελέτες του για «Το Θέατρο στην Ερμούπολη τον Εικοστό Αιώνα» (τέσσερις τόμοι, έκδοση του Δήμου Ερμουπόλεως) συνιστούν τις δύο μορφές της «άλλης» παρουσίας του Ελευθερίου στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού, αυτή του σχολιαστή και του μελετητή.

Ως σχολιαστής ο Ελευθερίου είναι οξύς και διεισδυτικός. Βιώνοντας καλά στο πετσί του πρόσωπα και καταστάσεις από το χώρο του ελληνικού τραγουδιού και χωρίς να διαπομπεύει ονόματα και διευθύνσεις, περιγράφει τα κακώς κείμενα που έζησε, άκουσε και πληροφορήθηκε. Για τα «θηρία» αλλά και για τα «ανθρωπάκια» του τραγουδιού. Για τις αδικίες της μουσικής βιομηχανίας, την αχαριστία των ανθρώπων, τον τρόπο απόδοσης των πνευματικών δικαιωμάτων, τους «λησμονημένους» καλλιτέχνες και τα «διαμάντια» των στίχων που σκέπασε η λήθη, το «καλάμι» των τραγουδιστών, τον «πιθηκισμό» στη δημιουργία τραγουδιών, τις ραδιοφωνικές νοοτροπίες κ.ά.

 

Δίπλα σε αυτά όμως θυμάται και τις αγιασμένες στιγμές του τραγουδιού, όπως και μνημονεύει με περισσή εγκαρδιότητα και μεγαλοψυχία του νεότερους συναδέλφους του στιχουργούς. Η γλώσσα του σαρκαστική και κοφτερή σαν χειρουργικό νυστέρι, αλλά και ποιητική και τρυφερή σαν να περιγράφει ιστορίες ανθρώπων σε κάποιο μυθιστόρημά του. Σε ένα κείμενό του μάλιστα αναφέρεται στο σχέδιο που είχε προταθεί το 1987 από το Υπουργείο Πολιτισμού για τη δημιουργία ενός μουσείου ελληνικής μουσικής και στο οποίο του είχε ζητηθεί η συνδρομή στην πραγματοποίησή του. Το σχέδιο ως γνωστόν δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αξίζει όμως να διαβάσει κανείς τις σκέψεις-προτάσεις του, ως νύξεις, για το πώς θα μπορούσε να γίνει πράξη αυτή η ιδέα: «…από ανθρώπους τρελούς και ταμένους. Αλλιώς δεν..». 

 

Ως μελετητής ο Ελευθερίου διακρίνεται –πάντα- για την εμβρίθειά του. Ξεχωρίζει βεβαίως η πολύπλευρη κοινωνιολογική και ιστορική του μελέτη για τη Σύρο, την πρώτη εικοσαετία του 20ου αιώνα, με κεντρικό άξονα τα δεκαπέντε πρώτα χρόνια της ζωής του Μάρκου Βαμβακάρη, η οποία αποτελεί και ένα ερμηνευτικό εργαλείο για τη μελέτη του μετέπειτα έργου του συνθέτη. Ιδιαίτερης επίσης σημασίας είναι η εξαιρετική προσέγγιση που επιχειρεί ο Ελευθερίου στο τραγούδι των Χατζιδάκι-Γκάτσου, «Ο Γιάννης ο φονιάς». Μέσα σε 18 σελίδες (στο βιβλίο «είναι αρρώστια τα τραγούδια») αναλύει με φιλολογικό τρόπο, αλλά και με τη γραφίδα και τη σκέψη ενός ομότεχνου, τους στίχους του Γκάτσου.  Παραθέτει τη διακειμενική σχέση του Γκάτσου με τον Παπαδιαμάντη και τον Κάλβο (στη χρήση του ονόματος της ηρωίδας «Φροσί»), διακρίνει συγγένειες με την τεχνική των θεατρικών συγγραφέων Τένεση Ουίλλιαμς και του Σάμιουελ Μπέκετ (ως προς το χώρο, τα πρόσωπα και εν γένει το κλίμα που χαρακτηρίζει το τραγούδι) και φωτίζει τους ποιητικούς «προγόνους» του στιχουργήματος, τα ποιήματα «Το μεσολογγίτικο» (1914) του Μιλτιάδη Μαλακάση και «Η κατάρα του πεύκου» (1920) του Ζαχαρία Παπαντωνίου. 

 
 Η «ραδιοφωνική» του παρουσία εμπεριέχει και τις δύο αυτές μορφές. Αξίζει να σημειωθεί ότι συνεχίζει να αφιερώνει πολλές ώρες προεργασίας για τα κείμενα που διαβάζει στις εκπομπές του, των οποίων το περιεχόμενο περιγράφει ο ίδιος: «Μιλώ κυρίως για την περιπέτεια του ελληνικού τραγουδιού ανάμεσα σε δύο τραγούδια. Διαλέγω τραγούδια ακόμη και του Μεσοπολέμου. Όλοι έχουν αφήσει τις καταθέσεις τους. Μιλώ για περιστατικά που δεν γίνονται ποτέ τραγούδια ή για περιπτώσεις που, περιέργως, έγιναν. Κι ακόμη για προβλήματα και καταστάσεις που μάλλον δεν θα γίνουν ποτέ τραγούδια. Διαλέγω επίσης και πολλά ξένα τραγούδια, παλαιά και σύγχρονα, με μελωδίες και τραγουδιστές που είναι κάπως ή αρκετά γνωστοί στην πατρίδα μας για αν ακούγονται περισσότερο ευχάριστα. Πάρα πολλές φορές παίρνω συνεντεύξεις από συνθέτες και τραγουδιστές. Τότε αναγκαστικά περιορίζομαι στα δικά τους τραγούδια ή αν έχουν κέφι, να ακούσουν τραγούδια άλλων που τους αρέσουν, που τα ζήλεψαν και τα θαύμασαν. Άλλοτε παρουσιάζω εντελώς νέους συνθέτες, που μόλις κυκλοφόρησαν το πρώτο τους cd».
 
Στην περίπτωση του Μάνου Ελευθερίου ισχύει ό,τι ακριβώς λεγόταν και για τον δαιμόνιο Όσκαρ Ουάιλντ. Τα «spripta manent» τους είναι απλώς μια μικρή απεικόνιση του προφορικού τους λόγου. Γιατί συζητώντας κανείς με τον Ελευθερίου ακούει δεκάδες ιστορίες και σχόλιά του (και) για το ελληνικό τραγούδι, γεφυρώνοντας εποχές και είδη, χωρίς το παραμικρό ίχνος γνωστικής επίδειξης. Και ο λόγος είναι απλός: «Η οικογένειά μας έπασχε από μιαν ανίατη αρρώστια: τις αναμνήσεις» («Το άγγιγμα του χρόνου», Καστανιώτης, 1994). 
 
 
*  Το άρθρο εμπεριέχεται στο αφιερωματικό τεύχος  58, «50 χρόνια Μάνος Ελευθερίου»,  του περιοδικού Μετρονόμος