Πριν από λίγες εβδομάδες ήθελα να γράψω για το πόσο ουσιαστικά λειτουργεί το τραγούδι στις θεατρικές σκηνές. Αφορμή ήταν δύο πολύ όμορφες μουσικές βραδιές που είχα παρακολουθήσει σε θεατρικούς χώρους. Πρώτα, τα «Άστεγα» του Νίκου Πλατύραχου διανθισμένα με ρεμπέτικα και ragtime κομμάτια με τον Γιώργο Νταλάρα, την Ασπασία Στρατηγού και τον Σταμάτη Κραουνάκη στο μουσικό μέρος και τον Τάσο Νούσια στο θεατρικά κομμάτια της παράστασης, στο πανέμορφο θέατρο «Τζένη Καρέζη». Την επόμενη μέρα, τη Νατάσσα Μποφίλιου με τη συνοδεία του Άγγελου Τριανταφύλλου στο πιάνο σε ένα πρόγραμμα που ετοίμασε ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος με τραγούδια απ’ όλες σχεδόν τις εποχές και τα είδη της ελληνικής μουσικής στο θέατρο «Πόρτα».

 

Επηρεασμένος από αυτές τις δύο παραστάσεις, απέδωσα τα εύσημα τόσο στους συντελεστές τους όσο και στους χώρους που τις φιλοξένησαν. Στην αμεσότητα της επαφής του καλλιτέχνη με το κοινό (ειδικά στο «Τζένη Καρέζη» όπου οι καλλιτέχνες μπορούν να αγγίξουν τους θεατές), αλλά και στην απόσταση (παρά τη φυσική εγγύτητα), την προσήλωση και τη διαφορετική επικοινωνία που από μόνος του ο θεατρικός χώρος επιβάλλει. Άλλο πρόσφατο παράδειγμα οι μουσικές παραστάσεις του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, του Χρήστου Θηβαίου και του Οδυσσέα Ιωάννου σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη στο θέατρο «Διάνα» μέχρι πριν από λίγο καιρό.

 

Έτσι όμως αδικούσα τα τεράστια θέατρα, τους συναυλιακούς χώρους – ανοιχτούς ή κλειστούς, μικρούς ή μεγάλους - και τις αντίστοιχων μεγεθών μουσικές σκηνές. Σε όλα τα παραπάνω και για το καθένα ξεχωριστά μπορώ να θυμηθώ εξαιρετικές μουσικές εμπειρίες κατά το παρελθόν.

 

Μέχρι που ήρθε μια μεγάλη συναυλία στο Καλλιμάρμαρο για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Η συναυλία του Σταύρου Ξαρχάκου.

 

Έχω δει κι άλλες φορές συναυλίες στον συγκεκριμένο χώρο με πολλούς καλλιτέχνες μαζί. Δε θα ξεχάσω την υποδοχή του κόσμου στον Δημήτρη Μητροπάνο όταν εμφανίστηκε εκεί στο φινάλε συναυλίας με πολλούς τραγουδιστές μετά από αρκετό καιρό απουσίας λόγω προβλημάτων υγείας. Δε θα ξεχάσω και τη διακοπή του αφιερώματος στον Στέλιο Καζαντζίδη λόγω καλοκαιρινής μπόρας. Δε θα ξεχάσω που βρέθηκα πλάτη με πλάτη με τον Adamo στη συναυλία με καλεσμένους σημαντικούς ερμηνευτές από το εξωτερικό που είχε καταφέρει ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με αφορμή την τότε δισκογραφική του δουλειά. Αλλά κυρίως δε θα ξεχάσω και την πρώτη φορά που παρακολούθησα συναυλία εκεί στα φοιτητικά μου χρόνια βλέποντας – επίσης για πρώτη φορά στη ζωή μου - τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Σταύρο Ξαρχάκο και τη Νάνα Μούσχουρη.

 


Σε όλες αυτές τις παραπάνω μνήμες υπάρχει η αναπόληση, η νοσταλγία, οι υπέροχες μουσικές, οι μοναδικές συναντήσεις. Η συγκίνηση που σου προκαλούν όλα αυτά ήταν πολλαπλάσια στο Καλλιμάρμαρο το βράδυ της Πέμπτης 16ης Ιουνίου και ξεπήδησε από ξεχωριστές στιγμές μέσα στη συναυλία. Από την κορυφαία - και ιστορικά σημαντική για μένα - συνύπαρξη στο ίδιο μικρόφωνο του Μανώλη Μητσιά με τον Γιώργο Νταλάρα, από την εσωτερικότητα και την αλήθεια που έδωσε με το κύρος της η Χάρις Αλεξίου, από τις ψυχωμένες ερμηνείες του Μίλτου Πασχαλίδη, από την όμορφη εικόνα ενός συνθέτη που διευθύνει έναν ομότεχνό του (Ξαρχάκος-Κραουνάκης) ή από το ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ φινάλε με όλους και όλες μαζί στο «Μεγάλο μας τσίρκο» και στη διονυσιακή εκτόνωση του «Εμείς που μείναμε». Πέρα και πάνω από όλα αυτά όμως υπήρχε ο Σταύρος Ξαρχάκος. Ο συνθέτης, ο ενορχηστρωτής, ο μαέστρος, η κινητήρια δύναμη όλης της βραδιάς. Δεν ξέρω αν η συγκίνηση στην οποία αναφέρθηκα παραπάνω θα ήταν ίδια χωρίς εκείνον.

 

 

Παρατηρούσα τα βλέμματα όλων των ερμηνευτών (Χάρις Αλεξίου, Ελένη Βιτάλη, Ελεωνόρα Ζουγανέλη, Σταμάτης Κραουνάκης, Μανώλης Μητσιάς, Γιώργος Νταλάρας, Μίλτος Πασχαλίδης, Άλκηστις Πρωτοψάλτη, Ηρώ Σαΐα) προς τον μαέστρο. Ήταν βλέμματα μαθητών – παρά τα πολλά χρόνια που μετρούν οι περισσότεροι στον χώρο - που λαχταρούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του. Βλέμματα προσμονής για την κρίση του, αλλά και ικανοποίησης από την επιδοκιμασία του. Βλέμματα που πάνω τους αντικατοπτριζόταν η συναίσθηση της ιστορικής συνάντησης μαζί του. Μπορεί για κάποιες μεμονωμένες ερμηνείες να διατηρώ επιφυλάξεις, μπορεί να ήθελα να ακούσω από τον Σταμάτη Κραουνάκη άλλο ένα σόλο τραγούδι πέρα από αυτό που είπε (το «Πρακτορείο»), το τελικό αποτέλεσμα όμως ήταν πολύ πάνω από τις προσδοκίες μου που δεν ήταν καθόλου χαμηλές, καθώς δεν ήταν η πρώτη φορά που παρακολουθούσα συναυλία υπό τη διεύθυνση του Σταύρου Ξαρχάκου.

 

 

Ο κάθε καλλιτέχνης έλεγε 2 ή 3 τραγούδια σε κάθε του εμφάνιση και στη συνέχεια παραχωρούσε τη θέση του σε συνάδελφό του μέχρι την επόμενη – για τους άντρες κυρίως – επανεμφάνισή του. Ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν επί σχεδόν 3 ώρες παρών εκεί με όλες του τις αισθήσεις σε πλήρη εγρήγορση. Δε θα μείνω στη φυσική του κράση. Τη θαυμάζω, αλλά το ζητούμενο για μένα είναι η μουσική και ενορχηστρωτική του αντίληψη. Θα μου πείτε, αυτό είναι γνωστό για κάποιον που τον έχει παρακολουθήσει από παλιά. Σωστό! Τον θυμάμαι στις θεματικές συναυλίες που είχε παρουσιάσει πριν λίγα χρόνια για μια σαιζόν στο Gazarte. Είχα προσέξει το πώς διαχειρίζεται το εκάστοτε υλικό του και το πώς διευθύνει την ορχήστρα. Πώς γίνεται μέρος της παρτιτούρας του κάθε οργάνου, πώς εκμεταλλεύεται το ταλέντο των μουσικών του και το αναδεικνύει δίνοντας σε όλους μαζί και στον καθένα ξεχωριστά εξέχοντα ρόλο στις ενορχηστρωτικές του επιλογές. Αλλά και το πώς εμπνέει τους τραγουδιστές του. Πώς με τα μάτια και τις κινήσεις του τονίζει διαφορετικά κάθε λέξη και φράση του στίχου και διαμορφώνει αντίστοιχα τους χρωματισμούς της ερμηνείας τους, της οποίας τελικά γίνεται μέρος χωρίς να ακούγεται. Αυτό συνέβη φυσικά και στη συναυλία του Καλλιμάρμαρου.

 

 

Όπως είπα, δεν περίμενα κάτι λιγότερο. Αυτό όμως που είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο για τον συγκεκριμένο δημιουργό είναι το πώς ΔΕΝ επαναπαύεται ούτε στο όνομά του, ούτε στη φήμη του έργου του, ούτε στην ιστορική πρωτοπορία της γενιάς του. Τα δικαιώνει και προχωρά. Συνεχίζει και γεννά ιδέες και ανακαλύπτει νέα μονοπάτια στη μουσική και στα τραγούδια. Και στα μονοπάτια αυτά μας έχει συνοδοιπόρους, ως ιχνηλάτης και οδηγός. Λες και την ευθύνη της συναυλίας δεν την έχει ο ίδιος, αλλά ένας νεαρός συνάδελφός του που έχει βαλθεί να αποδείξει στον συνθέτη των συγκεκριμένων τραγουδιών πώς μπορεί να τα φέρει στο σήμερα διασκευασμένα με άποψη – όπου χρειάζεται - και όχι αγνώριστα με ανούσιους μεταμοντερνισμούς.

 

 

Για παράδειγμα, δε θυμάμαι να έχω ακούσει πιο ροκ εκδοχή του «Καίγομαι», συνεπικουρούμενη από την ανάλογου ύφους καίρια ερμηνεία από την Ηρώ Σαΐα. Δε θα ξεχάσω τη μουσική ευφορία που αναδυόταν από τον τρόπο που έσμιγαν μέσα στην «κόντρα» τους το πιάνο με το μπουζούκι στην εμβληματική εισαγωγή του «Νυν και αεί» ή την έμπνευση που είχε για την χαμηλότονη εκτέλεση στην τρίτη στροφή στο «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή». Και φυσικά την ιδέα για τη σκηνική συνύπαρξη από μικροφώνου του Γιώργου Νταλάρα, του Μανώλη Μητσιά και του Μίλτου Πασχαλίδη με διακριτό ρόλο για τον καθένα τόσο στο «Μάνα μου Ελλάς» της έναρξης, όσο και στο ποτ-πουρί («Άπονη ζωή»-«Φτωχολογιά»-«Μάτια βουρκωμένα») λίγο πριν το μεγάλο φινάλε.

 

 

Να σημειώσουμε τέλος και την φωνητική παρουσία του ίδιου του Σταύρου Ξαρχάκου σε λίγα τραγούδια όχι με την έννοια του ντουέτου, αλλά με αυτήν της υπογράμμισης του περιεχομένου σε κάποια σημεία. «Στου Θωμά» με τον Γιώργο Νταλάρα, στο «Δεν έχει αρχή» με την Ηρώ Σαΐα (που υπάρχει και ανάλογη «στουντιακή» του ηχογράφησή του εδώ και λίγους μήνες) και φυσικά στη «Χοντρομπαλού» με την Χαρούλα Αλεξίου που η φωνή του υπάρχει και στην εισαγωγή του τραγουδιού στη δισκογραφημένη του εκτέλεση με τη Δέσπω Διαμαντίδου στα «Κατά Μάρκον» του 1991.

 


Είχα αποφασίσει να αφήσω να περάσουν αρκετές μέρες μέχρι να γράψω αυτό το κείμενο. Έλεγα μήπως το μάξιμουμ της συγκίνησης οφειλόταν στη μουσική απόλαυση του – έτσι κι αλλιώς - σημαντικού ρεπερτορίου του Ξαρχάκου, στη συναισθηματική φόρτιση με τόσους αγαπημένους καλλιτέχνες επί σκηνής, στην καλή παρέα ή ακόμα και στον εξαιρετικό ήχο της βραδιάς. Όμως όλα αυτά παραμένουν ακόμα μέσα μου το ίδιο ψηλά όσο και τα πρώτα λεπτά μετά το πέρας της συναυλίας.

 


Σκέφτομαι τη σύγκριση με κάποιες καλλιτεχνικές πράξεις του παρελθόντος, απ’ όλους τους τομείς της Ελληνικής Τέχνης, που εξακολουθούν να μας συγκινούν τόσα χρόνια μετά. Τι είναι αυτό που προκαλεί τέτοια συναισθήματα... Η ψυχή, η πνευματικότητα, το ταλέντο, η παιδεία, το ήθος, η ατμόσφαιρα, το μεράκι, η γνώση, η εποχή, η φαντασία, η αισθητική και όσα άλλα ίσως μπορεί να σκεφτεί κανείς... Ας τα κωδικοποιήσουμε με τρεις λέξεις: μια άλλη Ελλάδα !

 


* O Σιδερής Πρίντεζης είναι ραδιοφωνικός παραγωγός στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από τη σελίδα του στο facebook