Ψάχνοντας στο youtube για τραγούδια με τη φωνή της Ελίζας Μαρέλλι διαπίστωσα ότι οι πιο πολλές από τις εκεί αναρτήσεις έχουν να κάνουν με τραγούδια που ερμήνευσε σε δεύτερη εκτέλεση. Ενδεχομένως, αυτή η διαπίστωση θα ήταν πικρή για έναν καλλιτέχνη που είχε δισκογραφήσει από τα πρώτα του βήματα τραγούδια που γράφτηκαν για τη φωνή του, αλλά ο κόσμος τον θυμόταν περισσότερο από τις επανεκτελέσεις τραγουδιών παλιότερων συναδέλφων του. Για την Ελίζα Μαρέλλι όμως δεν ήταν έτσι. Τα τελευταία χρόνια που έτυχε να τη γνωρίσω και να συζητήσω μαζί της, είχε αποδεχτεί πλήρως αυτό το γεγονός. Θεωρούσε δηλαδή ότι ο κόσμος την είχε καταχωρημένη στη συνείδησή του ως την τραγουδίστρια που κρατούσε ζωντανό το άρωμα και την ατμόσφαιρα του παλιού ελαφρού τραγουδιού. Και ήταν όντως έτσι.

 

Το 1954, σε μικρή ηλικία, βρέθηκε στην Columbia να ηχογραφεί τα δύο πρώτα της τραγούδια σε μουσική του Ζοζέφ Κορίνθιου και στίχους του Νίκου Φατσέα (δημιουργοί με τους οποίους συνεργάστηκε αρκετά και στη συνέχεια), το «Μη φοβάσαι» και το «Τίποτε άσχημο δεν έχεις» - και τα δύο μαζί με τον Σταύρο Παρούση. Μάλιστα, η μουσική του «Μη φοβάσαι» είχε ακουστεί πρώτα σε διαφημιστικό σλόγκαν της εποχής. Δισκογράφησε τραγούδια διαφόρων δημιουργών στις 78 και τις 45 στροφές και ανάμεσά τους κάποια από τα πρώτα του Μίμη Πλέσσα, τα «Θέλω ποτέ να μη χωρίσουμε» και «Με τον έρωτα παρέα» - και τα δύο με το Τρίο Μπελκάντο από τη μουσική κωμωδία «Με τον έρωτα παρέα» του Νίκου Φατσέα και του Μίμη Πλέσσα που είχαν ανεβάσει στο θέατρο οι αδερφές Καλουτά. Τραγούδησε το 1958 το τελευταίο τραγούδι που έγραψε ο Μιχάλης Σουγιούλ, το «Έρωτα εσύ μοιραίε μου» σε στίχους του Χρήστου Γιαννακόπουλου, τραγούδι που προοριζόταν αρχικά για τη Σοφία Βέμπο.

 

 

Στη συνέχεια, αλλάζει δισκογραφική εταιρεία και πηγαίνει στην Odeon, όπου συνεχίζει να ηχογραφεί δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση πλέον σε παλιότερα τραγούδια του ελαφρού ρεπερτορίου. Συμμετέχει σε μεγάλο δίσκο με τραγούδια του Αττίκ το 1965, ενώ το 1966 κυκλοφορεί προσωπικός της δίσκος με επανεκτελέσεις τραγουδιών της Σοφίας Βέμπο (της οποίας θυμίζουμε ότι όλο το υλικό έχει ηχογραφηθεί στην αντίπαλη Columbia, εκτός από το πρώτο της τραγούδι, το «Μη ζητάς φιλιά»). Ο τελευταίος της προσωπικός δίσκος κυκλοφορεί από τη «Λύρα» το 1994 με τον τίτλο «Απόδραση για δύο».


Η Ελίζα Μαρέλλι δεν υπήρξε τραγουδίστρια του θεάτρου ή των νυχτερινών κέντρων. Ήταν τραγουδίστρια των δίσκων και του ραδιοφώνου. Έτσι έγινε περισσότερο γνωστή. Ξεκίνησε την καριέρα της σε μια εποχή που το τοπίο στο ελληνικό τραγούδι άρχισε να αλλάζει. Η κοσμογονία με την εμφάνιση του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη στο προσκήνιο έπληξε πρωτίστως το ελαφρό ρεπερτόριο που προσπάθησε να ανανεωθεί. Ήδη το 1960 κάποιοι από τους εκπροσώπους του είχαν φύγει από τη ζωή, κάποιοι άλλοι αποσύρονταν και κάποιοι συνέχισαν υπηρετώντας το είδος ή στράφηκαν σε άλλα είδη προσαρμοζόμενοι – άλλοτε επιτυχώς και άλλοτε όχι – στις καλλιτεχνικές επιταγές της εποχής. Νέοι δημιουργοί θα προσπαθούσαν να δώσουν μια πιο φρέσκια πνοή στο ελαφρό τραγούδι, επιχειρώντας να βρουν την ισορροπία ανάμεσα στο παλιό ελαφρό και το νέο έντεχνο. Αλλά και οι φωνές άλλαζαν. Υπήρχαν φυσικά οι - ακόμα ενεργές - παλιότερες φωνές που ήθελαν να θυμίζουν στον κόσμο τα προηγούμενα χρόνια, προσέχοντας ωστόσο να μην τεθούν εντελώς εκτός της τρέχουσας κατάστασης.


Η Ελίζα Μαρέλλι βρέθηκε σε αυτό το μεταίχμιο όντας μια νέα τραγουδίστρια, της οποίας όμως το ηχόχρωμα παρέπεμπε σε μιαν άλλη εποχή. Εκτός των άλλων, η ίδια γνώριζε και αγαπούσε πολύ αυτά τα τραγούδια. Ίσως για το λόγο αυτό επελέγη ως η καταλληλότερη στο να φέρει σε επαφή το νεώτερο κοινό μαζί τους. Άλλωστε, όσο και να φαίνεται παράξενο σήμερα στον καιρό του διαδικτύου, τότε υπήρχαν τραγούδια που δεν «πέρασαν» στις ανατυπώσεις από τις 78 στροφές στους μεγάλους δίσκους, είτε γιατί δε βρίσκονταν, είτε γιατί δεν ενδιαφέρθηκε κάποιος να το κάνει, είτε γιατί θεώρησαν ότι θα έχουν μεγαλύτερη εμπορική τύχη ξανατραγουδισμένα από μία φωνή που θα μπορούσε να μεταφέρει στο παρόν με επάρκεια τη μνήμη των πρωτογενών ηχογραφήσεων προσεγγίζοντάς τις με τους ανάλογους ερμηνευτικούς κώδικες. Νομίζω ότι στον τομέα αυτό πρέπει να αποδώσουμε τα εύσημα στην Ελίζα Μαρέλλι, καθώς κατάφερε να γνωρίσει πολλά παλιά τραγούδια σε νέους ακροατές, χωρίς να προδώσει την ευαισθησία και το λυρισμό τους.

 


Αυτό άλλωστε είναι κάτι συνηθισμένο και σε άλλα πεδία τα κατοπινά χρόνια. Ας θυμηθούμε μόνο πόσες ρεμπέτικες κομπανίες, λαϊκά συγκροτήματα, αλλά και μεμονωμένοι καλλιτέχνες, στήριξαν μεγάλο μέρος της δισκογραφίας, των εμφανίσεων και της αναγνωρισιμότητάς τους σε επανεκτελέσεις και διασκευές παλιών τραγουδιών. Όχι ως αναμάσημα του παρελθόντος ή ως εύκολο κέρδος (εκτός αν επικεντρώνονται προκλητικά στα ίδια και τα ίδια). Αλλά ίσως γιατί θεώρησαν – και δικαίως κατά την ταπεινή μου άποψη - ότι ο ρόλος του τραγουδιστή δεν είναι μόνο ο προφανής, η παρουσίαση δηλαδή νέων τραγουδιών, νέων δημιουργών και νέων τάσεων στην ελληνική μουσική, αλλά και η – κατά καιρούς και σε κατάλληλες συνθήκες - υπενθύμιση των προηγούμενων ως αναπόσπαστο τμήμα της συνέχειας της μουσικής ιστορίας και πραγματικότητας.

 


* O Σιδερής Πρίντεζης είναι ραδιοφωνικός παραγωγός στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από τη σελίδα του στο facebook