Όταν ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών το Δεκέμβριο του 2012 ο Γιώργος Κουρουπός, ένας από τους νέους ετήσιους κύκλους που ενέταξε στο πρόγραμμά του ήταν ο Adagio – Μουσικές για τις ημέρες του Πάσχα. Αποδείχτηκε εξαιρετικά επιτυχημένος αφού ξεφεύγοντας από τα στερεότυπα δομήθηκε με πρωτότυπες και  ευφάνταστες εκδηλώσεις. Ο κύκλος αυτός πραγματοποιήθηκε και φέτος, περίοδο εξαιρετικά κρίσιμη για τη λειτουργία του ΜΜΑ, και παρότι ο Γιώργος Κουρουπός αποτελεί πλέον παρελθόν για το Μέγαρο – παραιτήθηκε την Πρωτοχρονιά – η οργάνωσή του έγινε με τις προδιαγραφές που εκείνος είχε καθορίσει: πρωτοτυπία και αντισυμβατικότητα.

 

Ιδιαιτερότητα η οποία χαρακτήριζε τις εξαιρετικές φετινές επιλογές ήταν η έμφαση στο Ανθρώπινο Πάθος. Αυτό το τελευταίο ήταν άμεσα εστιασμένο στο διαχρονικό τρίπτυχο διασπορά-προσφυγιά-μετανάστευση. Με συχνότητα ... αποπνικτική – από το Σάββατο του Λαζάρου  μέχρι και την Μεγάλη Τετάρτη, καθημερινές εκδηλώσεις -  ερμηνεύθηκαν  στο Μέγαρο μουσικές που ορίζουν τόσο το  χθες όσο και το σήμερα.

 

Από τις πέντε εκδηλώσεις του κύκλου μπορέσαμε να παρακολουθήσουμε τις τρεις. Οι δυο από αυτές ήταν αναμφίβολα σπουδαίες έως και μοναδικές.   

 

Το Σάββατο, 23 Απριλίου, πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος συναυλία του συνόλου παλιάς – πρώιμης πιο σωστά – μουσικής Ex Silentio, η οποία είχε την ονομασία Μνήμη  - Μουσική του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης για τα πάθη και τη διασπορά. Κάποιοι θεώρησαν ότι η συναυλία αποτέλεσε την ευκαιρία  υποστήριξης και προώθησης της πλέον πρόσφατης δισκογραφικής κατάθεσης του συνόλου, που ονομάζεται επίσης Μνήμη! Μεγάλο λάθος καθόσον μόνον δυο από τα είκοσι έργα (φωνητικά κυρίως, αλλά και κάποια οργανικά) που ερμηνεύτηκαν στη συναυλία υπάρχουν στο ηχογράφημα. Στα δεκαπέντε χρόνια της ιστορίας του το σύνολο έχει προσφέρει  θαυμαστά δείγματα συνεπούς και υπεύθυνης προσέγγισης της παλιάς μουσικής. Είτε ως μονάδες λειτουργούν τα μέλη του είτε ως ... ολομέλεια επιδεικνύουν ζηλευτή γνώση και αφοσίωση που καθιστούν τις προσπάθειές τους εξαιρετικά γόνιμες. Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν έλλειπαν βεβαίως από την εν λόγω συναυλία τους. Τουναντίον εμφανίστηκαν πλέον έντονα και λόγω της ειδικότερης θεματολογίας, η οποία καθόρισε τη δομή του προγράμματος, αλλά και της δεδομένης συναισθηματικής φόρτισης των ημερών – αν όχι και της εποχής.

 

Το πρόγραμμα δομήθηκε με άξονες τη Μνήμη και τη Διασπορά. Επελέγησαν σύντομα έργα συνθετών που έζησαν και δημιούργησαν μακριά από την πατρώα γη, σε χρονικό διάστημα που εκτείνεται από την αρχή του 13ου έως τα τέλη του 16ου αιώνα και έδρασαν από την Ισπανία μέχρι την Πόλη και από τη Φλωρεντία μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο. Ανάμεσά τους και ο επιφανής Κρητικός Φραγκίσκος Λεονταρίτης (1518-1572). Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τα τέσσερα τελευταία έργα του προγράμματος είναι αδέσποτα, στερούνται πατρότητας, είναι άγνωστοι δηλαδή οι δημιουργοί τους. 

 

akriviadis megaro1

 

Το σύνολο, που έχει ευέλικτη μορφή η οποία καθορίζεται από τις ανάγκες του εκάστοτε προγράμματος, εμφανίστηκε με την ακόλουθη σύνθεση: η υψίφωνος Φανή Αντωνέλου και η μεσόφωνος Θεοδώρα Μπάκα, τραγούδι, ο Θύμιος Ατζακάς, ούτι, η Ηλέκτρα Μηλιάδου, βιέλα και βιόλα ντα γκάμπα, η Φλώρα Παπαδοπούλου, μεσαιωνική και αναγεννησιακή άρπα, ο Νίκος Βαρελάς, κρουστά, και ο ιθύνων νους του συνόλου Δημήτρης Κούντουρας, φλάουτο με ράμφος και τραβέρσο. Οι ερμηνείες τους χαρακτηρίζονταν από απλότητα και αμεσότητα.  Αυθόρμητες και ανεπιτήδευτες έπειθαν για κατακτημένες τεχνικές και αισθητικές αλήθειες.  Οι αξιοζήλευτες φωνές κυριάρχησαν μια και σχεδόν όλα τα έργα ήσαν φωνητικά.  Περισσότερο συγκίνησε η Θεοδώρα Μπάκα, η οποία  με την ευελιξία και προσαρμοστικότητα της φωνής της ερμήνευσε εξίσου υποδειγματικά τραγούδια λόγιας τεχνοτροπίας, όπως φερ’ ειπείν το «Pardroitjepuisbien» του Γαλλοφλαμανδού Γκυγιώμ Ντυφάυ (π. 1400-1474)  - έτσι πρόφερε το όνομά του ο ίδιος, όπως φαίνεται στο έργο του «Avereginacaelorum», και όχι Ντυφαί, όπως έχουμε συνηθίσει – αλλά και λαϊκής προέλευσης όπως το «Lammabadayatathana», που προέρχεται από την αραβοανδαλουσιανή παράδοση – εκείνο το αμάν, αμάν όπως το ερμήνευσε ήταν πραγματικά σπαραχτικό.

 

Την Κυριακή των Βαΐων, 24 Απριλίου, η Καμεράτα, Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, με επικεφαλής τον Καλλιτεχνικό της Διευθυντή Γιώργο Πέτρου και σολίστ τον βαθύφωνο Τάσο Αποστόλου παρουσίασε, στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης, ένα πρόγραμμα με ταιριαστά για την περίπτωση συνθέματα του Μίκη Θεοδωράκη, με το συνθέτη παρόντα – στο τέλος Ιουλίου συμπληρώνει 91 χρόνια εξαιρετικά καρποφόρας ζωής.  Αξιομνημόνευτο το γεγονός ότι το πρόγραμμα περιλάμβανε  το πρώτο λόγιο έργο του συνθέτη το Τροπάριο Κασσιανής (1942) καθώς και το τελευταίο του τη Ραψωδία για βαρύτονο και ορχήστρα εγχόρδων (2009). Κορωνίδα, ωστόσο, του προγράμματος αποτέλεσε το τρίτο έργο που ήταν ο εμβληματικός κύκλος τραγουδιών Η μπαλάντα του Μαουτχάουζεν (1965) σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη.  

 

Στο πρώτο μέρος της συναυλίας ερμηνεύτηκε η Ραψωδία. Όπως και οι δυο πρότερες Ραψωδίες του Μίκη Θεοδωράκη (Ραψωδία για κιθάρα και ορχήστρα και Ραψωδία για βιολοντσέλο και ορχήστρα) έτσι και αυτή η τελευταία, αφενός μεν προσομοιάζει με άτυπη σουίτα, αφετέρου δε προέκυψε από λόγια επεξεργασία προϋπάρχοντος λαϊκότροπου υλικού. Από μελωδίες που γεννήθηκαν συγκεκριμένα από μελοποίηση του λόγου του Διονύση Καρατζά (κύκλοι τραγουδιών Τα πρόσωπα του Ήλιου και Η Βεατρίκη στην οδό Μηδέν). Τα περισσότερα από τα δεκαέξι μέρη της – τα δέκα για την ακρίβεια  – προέκυψαν από κωδικοποίηση για έγχορδα μελωδιών που προέρχονται από τους δυο κύκλους, ενώ για τα υπόλοιπα ο συνθέτης χάρισε συμφωνική μορφή σε έξι τραγούδια από τον κύκλο Τα πρόσωπα του Ήλιου. Συνοπτικά ο Μίκης Θεοδωράκης για τη δημιουργία του έργου του αυτού αξιοποίησε τα έγχορδα της ορχήστρας και τη λυρική φωνή με απλό, λειτουργικό τρόπο, χωρίς να καταφύγει σε τολμηρές υπερβάσεις και μεταμοντέρνες παρεμβάσεις. Είχαμε παρακολουθήσει την πρώτη ερμηνεία του έργου αυτού η οποία πραγματοποιήθηκε στην ίδια αίθουσα του ΜΜΑ στις 30 Ιανουαρίου 2013. Την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ  διηύθυνε ο  Μίλτος Λογιάδης, σολίστ ήταν ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός. Αντιπαραβάλλοντας, όσο επιτρέπει η θαλερή ακόμη μνήμη, τις δυο ερμηνείες θεωρούμε την πρώτη πλησιέστερη στο μουσικό σύμπαν του Μίκη Θεοδωράκη. Με τη γνωστή και αναγνωρισμένη ευελιξία και την προσαρμοστικότητα του ο Μίλτος Λογιάδης φώτισε  με ανεπιτήδευτη αμεσότητα τις λεπτομέρειες του έργου, ενώ ο Δημήτρης Τηλιακός με την εμπειρία του ισορρόπησε ιδανικά ανάμεσα στη λαϊκότητα και το στοχασμό που εμπεριέχουν τα αναγεννημένα τραγούδια.   

 

 

Εναρκτήριο έργο του δεύτερου μέρους ήταν το Τροπάριο Κασσιανής. Η πρωτότυπη γραφή του έργου (1942) είναι για τετράφωνη ανδρική χορωδία – στη χειρόγραφη παρτιτούρα μάλιστα αναγράφεται απλά Κασσιανή και με αυτό τον τίτλο παρουσιάστηκε στη συναυλία. Πολλά χρόνια αργότερα, το 1983 συγκεκριμένα, ο πλαστουργός του το διασκεύασε για τετράφωνη μικτή χορωδία. Το έργο ωστόσο παρουσιάστηκε σε μορφή για τετράφωνη μικτή χορωδία και ορχήστρα, χωρίς να αναφέρεται κάπου η πατρότητα αυτής της εκδοχής. Εικάζουμε ότι πρόκειται για εκδοχή την οποία εκπόνησε ο Σωκράτης Βενάρδος το 1978, για να δισκογραφήσει το έργο.  Η ερμηνεία του την οποία παρακολουθήσαμε από την Καμεράτα και τη Χορωδία Αρμονία Ατενέα (σε διδασκαλία του Κωστή Κωνσταντάρα, ο οποίος συνερμήνευσε) ήταν εξαιρετική και ιδιαίτερα κατανυκτική, παρά το γεγονός ότι η ύπαρξη της ορχήστρας εγχόρδων αποδυναμώνει το έργο από την εκκλησιαστική λειτουργικότητα του.   

 

 

Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τον κύκλο Η μπαλάντα του Μαουτχάουζεν σε μεταγραφή για ορχήστρα εγχόρδων από τον Δημήτρη Μαραμή. Ακούγοντας τη νέα αυτή εκδοχή του έργου αποκομίσαμε την εντύπωση ότι ο μεταγραφέας προσπάθησε να προικοδοτήσει τις ενορχηστρωτικές ιδέες του από μια ηχητική λαϊκότητα, η οποία δεν υπάρχει στο πρωτότυπο. Συνάμα η απουσία λαϊκού-ηλεκτρικού ήχου αποδιοργάνωσε το ηχητικό πλέγμα.  Έλειψε έτσι η ένταση, η κραυγή  - ακόμη και οι τρυφερές στιγμές του έργου εμπεριέχουν κραυγή. Λίγο καιρό πριν παρακολουθήσουμε τη συναυλία ακούσαμε ένα εντελώς πρόσφατο ηχογράφημα της Λίνας Ορφανού αφιερωμένο στον Μίκη Θεοδωράκη. Υπάρχει σ’ αυτό μια άλλη, εξαιρετική αυτή, λόγια εκδοχή του έργου για φωνή κουαρτέτο εγχόρδων, κλαρινέτο και πιάνο εκπονημένη από τον Γιάννη Σαμπροβαλάκη. Η επίγνωση προκάλεσε την αναπόφευκτη σύγκριση και δεν άφησε ανεπηρέαστη την τελική κρίση. Η κριτική άλλωστε βασίζεται κυρίως στη γνώση και τη σύγκριση. Για να μην υπάρξουν παρερμηνείες διευκρινίζουμε ότι οι ερμηνείες της Ραψωδίας και του Μαουτχάουζεν τις οποίες παρακολουθήσαμε στην πρόσφατη συναυλία δεν ήσαν κακές. Η σύγκριση ωστόσο επιμέρους χαρακτηριστικών τους δεν τις ευνοεί.

 

Τη Μεγάλη Τρίτη, 26 Απριλίου, την ώρα που στις εκκλησίες ψαλλόταν το Τροπάριο της Κασσιανής, παρουσιάστηκε στην Αίθουσα Τριάντη το  humanrequiem – διαδραστική «χορογραφημένη» εκδοχή του έργου του Γιοχάννες Μπραμς Ένα γερμανικό ρέκβιεμ σε σύλληψη–σκηνοθεσία Γιόχεν Ζάντιχ. Η παράσταση επαναλήφθηκε την επομένη. Αποτέλεσε μιαν από τις πλέον πρωτότυπες και ευφάνταστες παραστάσεις που έχουμε παρακολουθήσει ή βιώσει, ακριβέστερα, στο Μέγαρο Μουσικής στα εικοσιπέντε χρόνια της λειτουργίας του. Ταυτόχρονα σαγηνευτική, συναρπαστική και άκρως συγκινητική. Τη συγκίνηση τη βίωσαν σε μέγιστο βαθμό όσοι από τους θεατές-ακροατές ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα του Ζάντιχ και ανέβηκαν στη μεγάλη σκηνή για να συνυπάρξουν με τους ερμηνευτές. Ήσαν πολλοί αυτοί που ανταποκρίθηκαν και φυσικά δεν μετάνιωσαν. 

 

Για να ερμηνευτεί το έργο αυτό του Μπραμς στο Λονδίνο, ο πλαστουργός του μετέγραψε το ορχηστρικό του μέρος για πιάνο τέσσερα χέρια. Την εκδοχή αυτή διασκεύασε και προσάρμοσε στις ιδέες του Γιόχεν Ζάντιχ ο Φίλλιπ Μολ. Με τη συνεργασία στη δραματουργία της Ίλκα Ζάιφερτ και της Σάσα Βαλτς, με καλλιτεχνικούς συνεργάτες τον Νταβίντε Καμπλάνι και την Κλάουντια Ντε Σέπρα Σοάρες, την εικαστική επιμέλεια του Μπραντ Χουάνγκ και τους φωτισμούς του Γιεργκ Μπίττνερ τα οράματα του Ζάντιχ πήραν μορφή και ερμηνευμένα από σπουδαίους μουσικούς προκάλεσαν αφορμές έντονης αισθητικής συγκίνησης όπου και αν παρουσιάστηκαν, αρχής γενομένης στο Βερολίνο, το 2012. Τα οράματά του ασπάστηκαν και αφομοίωσαν, εκτός από τους προμνημονευθέντες συνεργάτες-συνδημιουργούς του, και οι ερμηνευτές του, σχεδόν όλοι ίδιοι από την πρώτη ερμηνεία του έργου:  Η Χορωδία της Ραδιοφωνίας του Βερολίνου, οι πιανίστες Άνγκελα Γκάσσενχούμπερ και Φίλιπ Μάγιερς, ο διευθυντής χορωδίας Χάις Λέινααρς και ο βοηθός του Νίκολας Φινκ και οι μονωδοί Μάρλις Πέτερσεν (υψίφωνος) και Δημήτρης Τηλιακός (βαρύτονος).

           

akriviadis megaro2

 

Για τη δημιουργία του επταμερούς αυτού έργου του ο Μπραμς δεν χρησιμοποίησε το συνηθισμένο και γνωστό τυπικό της Λατινικής Λειτουργίας, αλλά επέλεξε ο ίδιος εδάφια από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, αλλά και από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια, όλα σε γλώσσα γερμανική. Έπλασε έτσι ένα Ρέκβιεμ διαφορετικό από τα άλλα, από το οποίο αναδύεται το διαχρονικό μήνυμα «να αναλογιζόμαστε κάθε στιγμή τη θνητότητά μας βιώνοντας την πολύτιμη ζωή μας με αγάπη και χαρά», όπως αναφέρει στο σχόλιό του ο Γιόχεν Ζάντιχ. Γιαυτό ο Μπραμς είχε ομολογήσει την επιθυμία του να το ονομάσει «Ανθρώπινο ρέκβιεμ». Εξ ου και η ονομασία του σύγχρονου έργου humanrequiem.  

 

Η σκηνοθεσία και η «χορογραφία» του Ζάντιχ και των συνεργατών του εστίασαν στο εμείς παραμερίζοντας το εγώ. Και αυτό το εμείς εμπεριείχε και τους ακροατές-θεατές, οι οποίοι ήσαν πρόθυμοι για αυτή την θεσπέσια, όπως αποδείχθηκε,  βιωματική εμπειρία.  Οι χορωδοί με τις καθημερινές φορεσιές τους αλλά και τις επίσημες, γιορταστικές φωνές τους, ερμήνευαν περιφερόμενοι ανάμεσα στους ανεβασμένους στη σκηνή – γιαυτό η σύμπραξη δυο αρχιμουσικών - με μια φαινομενική ελευθερία που ούτε στιγμή δεν μείωνε τη σοβαρότητα του έργου. Αν κάποιος φορούσε κοστούμι ή τουαλέτα σίγουρα δεν ήταν ένας από τους χορωδούς!!!

 

Υπήρχαν βεβαίως και οι ιδιαίτεροι συμβολισμοί όπως αυτός στο δεύτερο μέρος  όπου χορωδοί έσερναν και ωθούσαν το βάθρο πάνω στο οποίο βρισκόταν το πιάνο και οι δυο πιανίστες δίκην περιφοράς επιταφίου. Η σκηνή αποκτούσε πιο έντονο συμβολισμό, καθώς ακολουθούσαν άλλοι χορωδοί μεταφέροντας στα υψωμένα χέρια τους  μια από τις συναδέλφους τους ως νεκρή στα λευκά ντυμένη. Ή αυτός του πέμπτου μέρους στο οποίο η υψίφωνος και χορωδοί ερμήνευσαν τους ρόλους τους αιωρούμενοι σε ξύλινες αιώρες που έπεσαν από την οροφή δεμένες με χοντρά σκοινιά.

 

Και εμείς να απολαμβάνουμε τη «συμμετοχή» μας – μέθεξη πραγματική -, άλλοτε κινούμενοι   ελεύθερα πάνω στη σκηνή, άλλοτε καθισμένοι στα μαξιλαράκια που μας προσέφεραν οι χορωδοί, καθισμένοι, τέλος, στα καραβόπανα που στρώθηκαν σε τρεις φαρδιές λωρίδες, περικυκλωμένοι από τους χορωδούς στη στοχαστική, κατανυκτική απόληξη του έργου.

  

Οι ερμηνείες όλων υπήρξαν αψεγάδιαστες, ζηλευτές, υποδειγματικές. Όσοι απροκατάληπτοι βρέθηκαν στη σκηνή μπορούν να επιβεβαιώσουν τη μοναδικότητα, τη συγκινησιακή φόρτιση και την ιερότητα των στιγμών που έζησαν και απήλαυσαν. Ανάμεσά τους εξαιρετικοί δικοί μας μουσικοί, όπως η Θεοδώρα Μπάκα, η Ιωάννα Φόρτη, ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος, ο Δημήτρης Κούντουρας.

 

Στο καταλάγιασμα της ευφορίας και της συγκίνησης ήρθε στο νου το έτερο σπουδαίο διαφορετικό Ρέκβιεμ που μας έχει δωρίσει η μουσική δημιουργία: εκείνο το επίσης πανανθρώπινο και διαχρονικό  WarRequiem - Ρέκβιεμ για τον Πόλεμο (προτιμούμε αυτή την απόδοση παρά εκείνη που το θέλει Πολεμικό Ρέκβιεμ) του Μπέντζαμιν Μπρίττεν. Ζητείται ευφάνταστος και τολμηρός αναδημιουργός, που θα του χαρίσει μιαν άλλη ανάλογη ευκαιρία αιωνιότητας. Ή μήπως ο ίδιος ο χαρισματικός, ανθρωπιστής και συμπαθέστατος Γιόχεν Ζάντιχ; 

 

*Αυθαίρετη παραλλαγή του μουσικού όρου – χαρακτηρισμός ρυθμικής αγωγής είναι – Adagio ma non troppo (σημαίνει αργά αλλά όχι πολύ)