Η Κρυσταλλία Θεοδώρου σπούδασε μουσική από πολύ μικρή ηλικία, φτάνοντας σε αρκετά προχωρημένο επίπεδο στο πιάνο και τελειώνοντας τα θεωρητικά. Παρόλα αυτά επέλεξε για τις ακαδημαϊκές της σπουδές την θεατρολογία αν και στη διάρκεια τους συμμετείχε ως πιανίστρια/κιμπορντίστρια  σε κάποια συγκροτήματα που δεν ξεπέρασαν το στάδιο της ανωνυμίας. Ήταν όμως κάνοντας την πρακτική εξάσκηση της σε κάποιες παραστάσεις και με αφορμή την επένδυση τους τότε που ουσιαστικά ξαναθυμήθηκε την μουσική μόνο που το έκανε με πολύ διαφορετικό τρόπο από πριν.

 

 

Αυτή τη φορά, αφού «διδάχθηκε» τα σχετικά με τα ηλεκτρονικά όργανα και μέσα ηχητικής παραγωγής από κάποιους φίλους της που είχαν ήδη εμπειρία από αυτά, ασχολήθηκε αποκλειστικά με το ιδίωμα της electronica. Έτσι γεννήθηκε η persona – καθώς μιλάμε για θεατρολόγο – ή καλύτερα το alter ego της ως Corniza το οποίο εκφράζεται και καλύπτει τις προσωπικές της μουσικές δραστηριότητες.

 

Η πρώτη μου επαφή με την μουσικό Corniza ήταν στο μίνι φεστιβάλ Reaction/Action που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του ’15 στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.  Σε αυτό συμμετείχε στην performance του Biomass (Πάνου Κυβελέα) και, όπως είχα γράψει και τότε, κατά τη γνώμη μου στην δική της παρουσία οφείλονταν τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της. Με αυτή την θετική εντύπωση λοιπόν πληροφορήθηκα με πολύ ενδιαφέρον την κυκλοφορία του πρώτου album της  από την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Imantas στα τέλη της περυσινής χρονιάς. Η ακρόαση του «Corniza’s Noise» όμως μου επιφύλαξε μια πολύ μεγάλη έκπληξη καθώς αποδείχθηκε κάτι πολύ περισσότερο μα και σημαντικότερο από έναν καλό electronica δίσκο. 

 

 

Θεωρώ κομβικό στοιχείο για αυτό το ότι η Corniza αποφάσισε να ασχοληθεί με τα ηλεκτρονικά κυριολεκτικά ενστικτωδώς, δίχως δηλαδή να έχει παρά ελάχιστα σχετικά ακούσματα. Τα αγαπημένα της ιδιώματα ήταν η κλασική μουσική που σπούδασε και η ψυχεδέλεια της δεκαετίας του ’60, αυτά λοιπόν ήταν και οι βασικές της επιρροές και – όσο και αν φυσικά ακούει πλέον και electronica και μάλιστα όσο πάει περισσότερο – σε μεγάλο βαθμό εξακολουθούν να είναι. Είναι λοιπόν οι κλασικές δομές, μεταλλαγμένες φυσικά και η εκ φύσεως ανατρεπτική και σε συνεχή αναζήτηση του καινούριου διάθεση της ψυχεδέλειας που καθορίζουν αυτό που κάνει. Και δεν είναι διόλου τυχαίο ότι στον τίτλο του δίσκου η ίδια δεν το ονομάζει ήχο αλλά noise, δηλαδή θόρυβο....

 

Ασυνείδητα ή το πιθανότερο εντελώς συνειδητά το Corniza δεν είναι απλά ένα ψευδώνυμο αλλά ένας σαφέστατα σκηνοθετημένος «ρόλος» τον οποίο η θεατρολόγος δημιουργός αναλαμβάνει μέσα στην μουσική της που με την σειρά της αποτελεί μιαν ιδιότυπη και επίσης λεπτομερειακά σκηνοθετημένη «παράσταση» της οποίας ο ήχος είναι το πλέον υλικό στοιχείο γιατί, κατά τα άλλα, παίζεται τόσο στο συνειδητό όσο και στο ασυνείδητο. Στην ερώτηση του αν για την ίδια η «Κορνίζα» έχει την έννοια ενός πράγματος που προστατεύει ή αναδεικνύει αυτό που περικλείει απαντά χωρίς δισταγμό «και τα δύο». Προσθέτει όμως, αινιγματικά ίσως για τους περισσότερους, «εγώ ξέρω πολύ καλά τι υπάρχει μέσα στην κορνίζα αλλά δεν το αποκαλύπτω, αφήνω να το διακρίνει καθένας».

 

Αυτό που κάνει η μουσική της Corniza είναι να επαναοριοθετεί τον χρόνο και να θέτει την χρονικότητα ως στοιχεία της χωρικής διάστασης. Ο εσωτερικός της χρόνος ανεξαρτητοποιείται από τις μετρικές αξίες, την εκάστοτε διάρκεια της και φυσικά τον εξωτερικό χρόνο, αυτόν που αντιλαμβανόμαστε και εντός του οποίου ζούμε και αυτό με την σειρά του ορίζει έναν αποκλειστικά δικό της χώρο, έναν τόπο που η μορφή και οι διαστάσεις του καθορίζονται από ήχους ή, ακόμα καλύτερα, από γραμμές και όγκους συχνοτήτων. Με τον τρόπο αυτό αλλάζει τη συνθήκη ακρόασης φέρνοντας τον ακροατή από τη θέση του δέκτη στο επίκεντρο, κάνοντας τον και αυτόν «πρωταγωνιστή» της «ακροαματικής διαδικασίας» σχεδόν όσο είναι και η ίδια που την προκαλεί και την σκηνοθετεί.

 

Και επειδή ο ακροατής πάντα είναι κατά μιαν έννοια και θεατής δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς τι «βλέπει» από την θέση στην οποία τον βάζει η μουσική της Corniza. Η απάντηση έρχεται άμεση, ξεκάθαρη και χωρίς περιστροφές, «μα αυτό που είναι πίσω από την πλάτη του, αυτό που δεν φαίνεται». Ακατανόητη πιθανότατα στους περισσότερους εκτός από όσους μπορούν να βρεθούν σε αυτή τη θέση και να έχουν προσωπική εμπειρία του τι εννοεί...Ποιοι όμως είναι αυτοί, με άλλα λόγια σε τι είδους ακροατές απευθύνεται ο επιφανειακά «άμορφος θόρυβος» της Corniza και μπορούν να τον κατανοήσουν;

 

Θα προσπαθήσω να απαντήσω σε αυτή την όχι εύκολη ερώτηση με έναν πλάγιο τρόπο…Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι αν ο David Sylvian έγραφε σήμερα το ευφυέστατο «Still Life In Mobile Homes» (από το καλύτερο album των Japan, το «Tin Drum» του ’81) θα ήταν ακριβώς το ίδιο τραγούδι μόνο που θα άλλαζε τον στίχο του τίτλου σε....«Still Life In Mobile Phones»! H ψηφιακή πριν από οτιδήποτε άλλο εποχή μας είναι ένας όντως «θαυμαστός νέος κόσμος» τεχνολογίας με αναρίθμητες μικρές και μεγαλύτερες συσκευές στις οποίες συνέχεια προστίθενται και άλλες και εντός του κελύφους του οποίου ζούμε όλοι μας.

 

 

Πώς όμως ζούμε; Για τους περισσότερους αντί η συναρπαστική αυτή τεχνολογία να αποτελεί μέσο για να κάνουν καλύτερη την ζωή τους και να την εμπλουτίσουν έχει δυστυχώς υποκαταστήσει την ίδια την ζωή. Αφήνουν την τεχνολογία να ζει αντί για αυτούς, βιώνουν την ζωή ως μια διαδικασία που εξελίσσεται μακριά από τους ίδιους και στην ουσία ερήμην τους, στα social media και με άλλους τρόπους. Ένας άλλος, virtual ή όπως αλλιώς θέλετε να τον αποκαλέσετε, εαυτός τους κάπου αλλού βιώνει, σκέφτεται, αισθάνεται και αντιδρά. Οι ίδιοι, εγκαταλελειμμένοι από σκέψεις και αποστεωμένοι από συναισθήματα, απλά «υπάρχουν» μέσα σε κουτιά από μπετόν αρμέ και καλωδιωμένα από παντού με οπτικές ίνες που ονομάζονται σπίτια, τόποι εργασίας, χώροι διασκέδασης ή όπως αλλιώς.   

 

Λίγοι όμως, κάποιοι και κάποιες, δεν το δέχονται αυτό και αποφασίζουν να κάνουν την ειρηνική και ήρεμη επανάσταση τους, να αποτελέσουν κυριολεκτικά «το φάντασμα στη μηχανή», όπως το είχε διατυπώσει ο τίτλος του τόσο προφητικού βιβλίου του Αρθουρ Κέστλερ. Πώς; Υπενθυμίζοντας πριν από όλα ότι όλη αυτή η τεχνολογία είναι δημιούργημα και προϊόν του ανθρωπίνου εγκεφάλου άρα είναι αδύνατον να είναι ανώτερη από αυτόν. Αυτή όμως είναι μια μεγάλη μεν αλήθεια που είναι πολύ ωραίο να την γνωρίζεις και να την λες αλλά πώς την κάνεις πράξη; Πώς με άλλα λόγια αντιμετωπίζεις αυτή την τεχνολογία η οποία τρέχει πλέον με τόσο ιλιγγιώδεις ρυθμούς ώστε ξεπερνάει τον ίδιο τον εαυτό της και άρα αφήνει τους ανθρώπους να την ακολουθούν ασθμαίνοντας;

 

Νομίζω ότι ένας και μοναδικός τρόπος υπάρχει για να το επιτύχεις αυτό, να υπερβείς την τεχνολογία. Ενώ δηλαδή μένεις σωματικά ακίνητος μέσα στο κέλυφος της το μυαλό σου να δουλεύει σε ακόμα υψηλότερες ταχύτητες από τις δικές της, στην κυριολεξία ασύλληπτες και παράλληλα να αξιοποιείς το τεράστιο πλεονέκτημα σου απέναντι της, το ότι διαθέτεις μια ψυχή η οποία μπορεί να παράγει και να νιώθει όλο και περισσότερα και υψηλότερα συναισθήματα τα οποία ακόμα και οι τελειότερες και ευφυέστερες μηχανές δεν θα καταφέρουν να έχουν ποτέ. Αυτό δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση φυσικά και, για να είμαστε ειλικρινείς, όχι για όλους, δεν μπορούν οι πάντες να ανταποκριθούν σε κάτι τόσο απαιτητικό.

 

Οπως και αν έχει όμως κάποιοι/ες δημιουργοί σαν την Corniza κάνουν ακριβώς αυτό, υπερβαίνουν την τεχνολογία βάζοντας την στην θέση που της αρμόζει και όχι σε εκείνη που τείνει όλο και περισσότερο να πάρει....αναπόφευκτα λοιπόν και οι ακροατές τους δεν μπορεί παρά να είναι ανάλογοι άνθρωποι. Ποιοι και κυρίως πόσοι μπορεί να είναι αυτοί, ειδικά σε μια χώρα όπως η σχεδόν διαλυμένη πια από πάσης πλευράς από την κρίση Ελλάδα, δεν μπορώ φυσικά να το γνωρίζω, ούτε καν να το υποθέσω. Σε όσους και αν είναι όμως μπορώ να πω κάτι...

 

Συμβαίνει να ξέρω ότι η Corniza πρόκειται λίαν προσεχώς να συνεργαστεί με γνωστό αθηναϊκό rock συγκρότημα με αγγλικό στίχο αντικαθιστώντας την τραγουδίστρια τους η οποία θα αποχωρήσει για να ακολουθήσει προσωπική διαδρομή (το ποιο είναι φυσικά αυτό το γκρουπ δεν μπορώ για λόγους δεοντολογίας να το αποκαλύψω μέχρι η αλλαγή να ανακοινωθεί επίσημα)  και με βάση και αυτό το γεγονός θα αποτολμήσω μια πρόβλεψη, κάτι που κάνω πολύ σπάνια και ίσως για αυτό δεν έχω διαψευστεί ποτέ. Είτε με την προσωπική της δουλειά είτε με τις όποιες συνεργασίες της, είτε ως Corniza είτε σαν Κρυσταλλία Θεοδώρου, η κοπέλα αυτή είναι από εκείνους και εκείνες που θα μας απασχολήσουν πάρα πολύ στο μέλλον...