artmusic2«Η πλατεία (πια) ήταν γεμάτη με πρεζόνια και κωθώνια ασφυκτικά/ τα σκουντούσες να περάσεις και ξυπνούσαν παραστάσεις με παιδιά /απ’ του Ντίκενς τα βιβλία, από κάποια συναυλία που συνέβαινε στο Σόχο ή στο Μπρόνξ / κι όμως ήταν η Ομόνοια και ο εκσυγχρονισμός …» Δίπλα η κλούβα, να τηρεί την τάξη και να επαγρυπνεί για όσους θα πηγαίναν καρφωτοί. Και παραδίπλα ξενύχτηδες δημοσιογράφοι με τα κορίτσια που φορούσαν παλτό συνθετικό γούνινο φούξια ή πορτοκαλί και από μέσα μπούστο και μίνι, με μπότες και γκρίκγλις. Εξώφυλλα του “UP-SITE – DOWN TOWN” αυτές, με άποψη και παλιοί αριστεριστές οι συνοδοί τους με τα «ακριβά τους διθέσια» σκιζόντουσαν περνώντας ανάμεσα από τον χορό των φαντασμάτων για το αν μια επιστροφή κεϋνσιανών υβριδιακών μικτών μοντέλων θα μπορούσε να βάλει φρένο στον επιταχυνόμενο οικονομικό φιλελευθερισμό πριν σπρώξουν την μοντέλα στο αμάξι και γκαζώσουν για ένα μοτέλ κρυφών αστέρων κοντά στη τη Γλυφάδα με οκτώ επιλογές καναλιών πορνό για όλα τα γούστα, τζακούζι γιατί «απόψε το κορίτσι ήθελε θάλασσα» και φωτογραφίες του Χέλμουτ Νιούτον της τρίτης γενιάς σε ρόλο ταπετσαρίας, με τα μέλη των γυμνών σωμάτων σε ρόλους συρταριών.

 

Ευτυχώς για τα μούτρα του που τα καθρέφτιζε σε φιμέ τζάμια των νέων τραπεζών και των ξενοδοχείων για ρώσους και κινέζους φονιάδες των λαών και υπαρκτούς κανιβαλιστές ο ίδιος «Δεν είχε ούτε αμάξι, ποτέ δεν το είχε δει, δεν είχε ούτε σπίτι να τολμά σε άνθρωπο να πει » αλλά πια έμενε μόνος εντελώς με ότι τον καλούσε από το παρελθόν για νέες αναμετρήσεις. Και αυτό ναι λεγόταν επιτέλους ζωή, με χτυποκάρδι ως την Κεντρική ασφάλεια και την ψυχή στο στόμα του λύκου που κατά κανόνα ήταν ο αγαπημένος του ή ο κολλητός του φίλος, η ο στενός του συνεργάτης «Κάτι ακούγεται εδώ, κάτι ακούγεται εκεί που μας παίρνει και μας πάει..» και αυτό το κάτι έδενε με ένα άλλο κάτι.
Φοιτητής κοντά στα σαράντα του γιατί όταν ήταν η φυσιολογική ώρα γι αυτό εκείνος δεν άντεχε να μοιραστεί άλλα θρανία με τη δικιά του εκνευριστική, εξυπνακίστικη και δωσίλογη -με τη σειρά της- γενιά. αυτή που όταν έπιασε τα πόστα απομυθοποίησε την ΚΝΕ που ωστόσο καλά τους προετοίμασε όλους καλά για τις κλαδικές και την πράσινη ανάπτυξη της Εκάλης, του Διόνυσου και όλης της διαδρομής που έπιανε μετά το πιασμένο από την Ν.Δ γκολφ της Γλυφάδας μέχρι τα αυθαίρετα της Βάρκιζας και αντίθετα από την ΕΡΤ ως τον Άγιο Στέφανο.todas-las-artes-aspiran
«Πήραν τα στήθια του φωτιά, πυρκαγιά» κι άρχισε να κουφοβράζει μέσα του η συνείδηση και να του τα λέει «ήσυχα, ήρεμα και απλά». Η «άλλη» ζωή έβγαινε αγκαζέ με τους παλιούς του συμμαθητές από ιταλικά εστιατόρια, και κολωνακιώτικα γκαλά, φωτογραφιζόταν σε openings μετά- σκυλάδικων και πολυκαταστημάτων πολιτισμού όλοι μαζί παρέα με τον «Γιάννη τον φονιά» τον «Γιώργο το αλάνι την κορμάρα» τον άλλο «Γιώργο που ποτέ δεν τραγουδούσε» αν δεν ήταν από Ρίτσος, Νερούντα και πάνω αλλά τώρα για να αποκαταστήσει επαφή με τις γενιές των σπασμένων προγραμμάτων και αρχείων εμπιστευόταν επιτέλους και στιχουργούς που δεν είχαν ιδέα τι ήταν η πράσινη γραμμή και η γραμμή των οριζόντων αλλά θα του παρείχαν σταθερή σύνδεση με όλο τον κόσμο που ήθελε ακόμα να κατεβάσει άπειρες σαχλαμάρες στο διαδίκτυο για να ξημερώσει».
Τα τραγούδια είχαν πλέον ρευστοποιηθεί, ψηφιακά και ψηφοθηρικά, είχανε μούρη αλλά όχι φωνή, μεσαία και βραχέα αλλά όχι κύματα, περιοδικά αλλά όχι περιεχόμενα, είχανε γίνει της «παρέας», αυτής που δεν γούσταρε να κάνει.
Απόφοιτοι του Φ.Π.Ψ και του Κ.Ψ.Μ (Κάνε την Ψωνάρα σου Μόνο) με μεταπτυχιακό στην «Ναυτεμπορική» και το«Κέρδος» σταδιοδρομούσαν πλέον παίρνοντας δωράκια των καλλιτεχνών που θέλαν μια περίοπτη θέση στα play list, κάνοντας εκδουλεύσεις σε όποιο έντυπο δούλευαν από το «Η συγχορδία της αμαρτίας» μέχρι το «Σταυρόλεξο για τελειωμένους» και φυσικά στο facebooκ, και μπαινοβγαίνοντας στις σουίτες - καμαρίνια και ανησυχώντας σφόδρα για την άρρωστη κουμπάρα της τραγουδίστριας που θα έκανε εγχείρηση κοίλης την επομένη, όσο για το ρεπερτόριο της τραγουδίστριας που έπρεπε να γεφυρώσει το χάσμα και το χασμουρητό από τα τραγούδια αναφοράς του προ αμνημονεύτων έντεχνου παρελθόντος της και συνδυασμένα με το «Έξω οι αμερικάνοι» με τραγούδια πιο έξωμα, εξώπλατα, πιο έξω καρδιά, πιο έξω τα πούλια από το τάβλι, διαβεβαιώνοντας παράλληλα την αειθαλή παιδίσκη για την απήχηση της στους νέους, που τα παρατάνε όλα, σπουδές, ημιαπασχολήσεις, διαλύουν αρραβώνες μηνών και ωμο-ερωτικές σχέσεις χρόνων για να ασχοληθούν μαζί της.

Τα τραγούδια έδειχναν επιτέλους τα δόντια τους, με διπλό δείκτη προστασίας σεκιουριτάδων, με τη δύναμή τους να αιχμαλωτίζει το συλλογικό ασυνείδητο που είναι εκ φύσεως ασυνείδητο. Τραγούδια διαμαρτυρίας μπορούσες να πεις ενάντια στα εξεζητημένα πολιτικά και κοινωνικά τραγούδια που είχαν εξασφαλίσει ένα μαυσωλείο στους δημιουργούς τους, τραγούδια αντεκδίκησης εναντίον όσων ποιητών είχαν φτάσει στα αυτιά του κόσμου χωρίς τη θέλησή του και τους έβαζε στο στόμα του χωρίς να τους καταλαβαίνει γρι. Τραγούδια για κείνον και εκείνη που ταπεινοί και καταφρονημένοι περίμεναν υπομονετικά στη γωνία μεταξύ ΤΕΙ και Big Brother, να συνεχίσουν τα ταξίδια της πληγωμένης καρδιάς, ως την Ιθάκη που επιστρέφουν όλα τα τραγούδια αφού ταλαιπωρηθούν με ιδέες, ταξικά βίτσια, χιμαιρικές ουτοπίες, τρικυμίες στα κρανία κουλτουριάρηδων και δήθεν. Κάποια πράγματα βρήκαν επιτέλους την κυριολεξία τους. «Τρελάναμε τον φίλο, σίγουρα ναι» «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» αλλά με έναν ψεύτη ήλιο να λέει καλημέρα με νταούλια και ζουρνάδες τη στιγμή που «γύρω η νύχτα μια νύχτα σα νύχτα να πέφτει και να 'ναι πρωί.». Για φαντάσου το.
. Είχε ανακαλύψει ότι μπορούσε και χωρίς ραδιόφωνο πια μόνο με τους θορύβους από τις παρέες, παρέες εικοσάρηδων και κάτι, μεταπροοδευτικών με μπε-εμ-βε και χιλιάρες χόντα να ακούνε Κατσιμιχαίους και Ψαραντώνη, να γαμούνε τον «Νότο» στα βόρεια προάστεια, το « Πόσο πολύ σ΄ αγάπησα ποτέ δεν θα το μάθεις»- θα το μάθουν όλοι οι άλλοι όμως - και το «Μαμά γερνάω» αλλά ευτυχώς είμαι κωλοπέτσωμα και δεν μου φαίνεται, στις τέσσερεις και στις πέντε τα χαράματα, μαζί με Μαζωνάκη και Πετρέλη, κανονίζοντας με βροντερή φωνή κάτω από τα μπαλκόνια των συνταξιούχων, χαμηλόμισθων, μεταναστών –που έτσι και αλλιώς αυτοί τους είχαν υποχρέωση γιατί και για αυτούς επίσης τραγουδούσαν, πολεμούσαν και φώναζαν οι μεταπροοδευτκοί νεολαίοι -και ανέργων- που δεν είχαν έτσι και αλλιώς να σηκωθούν χαράματα για δουλειά, οπότε ποιος τους γαμεί, κανονίζοντας λοιπόν για ράφτινγκ, κάστινγκ, κλαμπινγκ εν μέσω εξεταστικών. Θα είχαν τον τρόπο τους εκτός από τα τραγούδια τους, τραγούδια που αυτός τα είχε πετάξει στον κάλαθο με τα αζήτητα, μαζί με τις ελάχιστες νεανικές φωτογραφίες του και αναμνήσεις που τις υποπτευόταν όλο και περισσότερο. Άκουγε μόνο την εξώπορτα της πολυκατοικίας που βρόνταγε κατά τις έξι και τα βήματα στις σκάλες. Γειτονόπουλα ή διαρρήκτες; Nτόπιοι ή αλλοδαποί, πρώτης ή δεύτερης γενιάς διαρρήκτες;

Ο Ιλλρόι του «Λος Άντζελες, εμπιστευτικό» και ο Μάρκαρης του «Νυχτερινό δελτίο» να κυλιούνται μαζί με τα ιδρωμένα του σεντόνια στο πάτωμα, και στον τοίχο μοναδικό παράθυρο να βλέπει έξω, στερεωμένο με σελοτέιπ, το ποίημα με την υπογραφή ενός άγνωστου « Χάρης Χρόνης»

«Οι λέξεις έγιναν φωτιές, έτοιμα μαχαίρια οι ελπίδες.
Ο άνθρωπος που περπατούσε στα μαύρα μεσάνυχτα

άρμεγε θάρρος από την τελευταία απόφαση.

Οι πόρτες όλες έκλεισαν νωρίς.
Ήταν βαρύς χειμώνας.
Ορθογραφεί τους κινδύνους.
Είναι μόνος του και το ξέρει ότι φοβάται.
Όπλο του μοναδικό ο φόβος των άλλων»

Χάρες που του έκανε ο χρόνος και τον αποδέσμευε σταθερά από κάθε αναφορά, άκουγε πια μόνο τη μουσική του πεπρωμένου και την κοντή του ανάσα. Ξεχώριζε στο διάδρομο κάποιους ψιθύρους που όλο και πλησίαζαν. Όλα τα άλλα του τα είχαν κλέψει ήδη, πολλές φορές.