Όταν ακούς τη φράση «μου άλλαξε τη ζωή», με αναφορά σε κάποιο γεγονός ή κάποιον άνθρωπο σκέπτεσαι αμέσως ότι η φράση αυτή εμπεριέχει υπερβολή. Και έτσι είναι. Κανένα γεγονός, κανένας άνθρωπος δεν είναι εν δυνάμει ικανό να σου αλλάξει τη ζωή. Στην πραγματικότητα σε βοηθάει να δεις τη ζωή, αλλά και τις οποιεσδήποτε προσλαμβάνουσες παραστάσεις, με διαφορετική οπτική: παραμορφωτική συνήθως, είτε προς το καλό, είτε προς το κακό. Ασφαλώς υπάρχουν αρκετοί στη ζωή του καθενός που τον επηρέασαν, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο. Αυτός ο απολογισμός πρέπει να γίνεται συχνά. Εκτιμάται έτσι καλύτερα και το «πως φτάσαμε ως εδώ». Συνήθως όμως κάνουμε αυτόν τον ιδιαίτερο απολογισμό, όταν φθάνουν τα θλιβερά μαντάτα. Ποιος είναι αυτός που αποδήμησε εις Κύριον και τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτόν; 

Ακριβώς αυτό συνέβη στον (υπο)γράφοντα σαν έφτασε, πριν λίγες μέρες, το άγγελμα του θανάτου του Αυστριακού αρχιμουσικού, βιολοντσελίστα και μουσικολόγου Νικολάους Χάρνονκουρτ (Nikolaus Harnoncourt, 06.12.1929 – 05.03.2016).

Γεννημένος στο Βερολίνο, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας – ο πατέρας του ήταν αλσατικής καταγωγής και η μητέρα του απόγονος της δυναστείας των Αψβούργων – μεγάλωσε στο Γκρατς της Αυστρίας και σπούδασε στην πόλη της μουσικής, τη Βιέννη. Εντάχθηκε, ως βιολοντσελίστας, με υπόδειξη του Herbert von Karajan στο δυναμικό της Συμφωνικής της Βιέννης το 1952. Παρέμεινε στη θέση αυτή ως το 1969. Με τη σύντροφο της ζωής του βιολονίστρια Άλις Χόφφελνερ (Alice Hoffelner) ίδρυσε, το 1953, το περίφημο σύνολο Concentus Musicus της Βιέννης. Με το σύνολο αυτό, το οποίο χρησιμοποιούσε παλιά όργανα, εστίασε στην προσπάθεια της ιστορικά τεκμηριωμένης ερμηνείας παλιάς μουσικής – κυρίως πριν από την εποχή του κλασικισμού. Ήταν ο τομέας στον οποίο πραγματικά μεγαλούργησε ανοίγοντας καινούριους δρόμους στην ερμηνεία της μουσικής.

 

Για σχεδόν πέντε ολόκληρα χρόνια ο Χάρνονκουρτ και οι μουσικοί του συνοδοιπόροι και ομοϊδεάτες αφοσιώθηκαν στη μελέτη της παλιάς μουσικής, χωρίς καμία δημόσια ερμηνευτική δραστηριότητα. Το σύνολο πραγματοποίησε την πρώτη συναυλία του στη Βιέννη – στο Palais Schwarzenberg - τον Μάιο του 1957. Και παρά την ομόθυμη αποδοχή των καινοφανών προτάσεών του και τα πανταχόθεν εγκώμια περίμενε μελετώντας τρία ακόμη χρόνια μέχρι να επισκεφτεί τους θαλάμους ηχογραφήσεων. Στο πρώτο ηχογράφημά του παρουσίασε έργα των «άγνωστων» Γερμανών μουσουργών της μπαρόκ εποχής Heinrich Ignaz Franz Biber (1644-1704) και Georg Muffat (1653-1704). Ακολούθησαν αρκετές ακόμη δισκογραφικές καταθέσεις μέχρι να θεωρήσει ο Νικολάους Χάρνονκουρτ ότι ήλθε το πλήρωμα του χρόνου για να υλοποιήσει το πλέον φιλόδοξο εγχείρημά του: τη δισκογράφηση του συνόλου των Καντατών του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (Johann Sebastian Bach, 1685-1750). Άρχισε την πραγμάτωσή του το 1971, έχοντας μοιραστεί το όραμά του αυτό με το συνομήλικό του, φίλο και παλιό συνεργάτη, αλλά και επίσης πρωτοπόρο στην ιστορικά τεκμηριωμένη ερμηνεία της παλιάς μουσικής, Ολλανδό τσεμπαλίστα, οργανίστα, αρχιμουσικό και μουσικολόγο Γκούσταβ Λέονχαρντ (Gustav Leonhardt, 1928-2012).

 

Ήταν ένας πραγματικός μουσικός άθλος. Ολοκληρώθηκε το 1989 με την παρουσίαση της 45ης έκδοσης της σειράς. Κάθε έκδοση αποτελείτο από δυο δίσκους επαφής. Τον ένα είχε επιμεληθεί ο Χάρνονκουρτ με το σύνολό του Concentus Musicus Wien και τον άλλο ο Λέονχαρντ με το δικό του σύνολο Leonhardt-Consort. Αξιοσημείωτα στοιχεία της έκδοσης ήσαν τα ακόλουθα. Για πρώτη φορά άρχισε να πραγματοποιείται η ηχογράφηση του συνόλου αυτών των έργων του Μεγάλου Κάντορα. Για πρώτη φορά ηχογραφήθηκαν Καντάτες του Μπαχ με όργανα εποχής και ανάλογη ερμηνευτική τεχνική. Στην ερμηνεία-ηχογράφηση δεν χρησιμοποιήθηκαν σχεδόν καθόλου γυναικείες φωνές. Οι ρόλοι των υψιφώνων και των άλτο ερμηνεύτηκαν από φωνές νεαρών αγοριών, όπως συνηθιζόταν την εποχή του Μπαχ. Το πολυβραβευμένο αυτό εγχείρημα γέμισε δόξα τη δισκογραφική εταιρεία Telefunken – μετέπειτα Teldec – στον κατάλογο του κλάδου της Das Alte Werk (Το Παλιό Έργο) εντάχθηκε, και χρήμα τα ταμεία της.


Η εμβριθής ενασχόληση με τις Καντάτες δεν περιόρισε τις δραστηριότητες του Χάρνονκουρτ. Τουναντίον αυτή επεκτάθηκε και στον τομέα της μουσικής διεύθυνσης. Από το 1970 και μετά άρχισε να διευθύνει έργα συμφωνικής μουσικής αλλά και λυρικά δράματα σε συναυλίες και παραστάσεις, καθώς και σε ηχογραφήσεις. Πολλά του οφείλουν οι όπερες του Κλάουντιο Μοντεβέρντι (Claudio Monteverdi, 1567-1643), αλλά και του Μότσαρτ (Wolfgang Amadeus Mozart, 1756-1791), μια και σιγά-σιγά, μεθοδικά άρχισε να επεξεργάζεται και έργα του κλασικισμού. Εμβληματικές είναι οι ερμηνείες λυρικών δραμάτων των δυο αυτών μουσουργών, τις οποίες πραγματοποίησε, στη δεκαετία 1980-90, συνεργαζόμενος με την Όπερα της Ζυρίχης και τον σπουδαίο σκηνοθέτη Ζαν-Πιερ Ποννέλ (Jean-Pierre Ponnelle, 1932-1988). Μια από αυτές τις ευτυχισμένες συνεργασίες τους υπήρξε και η όπερα του Μότσαρτ Ιδομενέας, βασιλιάς της Κρήτης, η οποία παρουσιάστηκε και στο Ηρώδειο τον Σεπτέμβριο του 1984, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Φεστιβάλ Αθηνών.


Αργά και μεθοδικά ο Χάρνονκουρτ άρχισε να κατακτά και το ρεπερτόριο των νεότερων εποχών, διευθύνοντας ξακουστές ορχήστρες όπως η Φιλαρμονική της Βιέννης, η Φιλαρμονική του Βερολίνου, η Κοντσέρτχεμπάουμ του Άμστερνταμ. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι αν το ρεπερτόριό του ήταν πλουσιότερο, ογκωδέστερο, όταν πέθανε ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν (Herbert von Karajan, 1908-1989), θα ήταν βασικός υποψήφιος για να τον διαδεχθεί στο πόντιουμ της Φιλαρμονικής του Βερολίνου. Όμως μόλις τότε ο αρχιμουσικός είχε αρχίσει να διερευνά την αισθητική του ρομαντισμού, επεξεργαζόμενος τις Συμφωνίες του Μπετόβεν (Ludwig van Beethoven, 1770-1827). Το 1991 μάλιστα εκδόθηκαν ηχογραφημένες, καρπός συνεργασίας με την Ορχήστρα Δωματίου της Ευρώπης. Η έκδοση τους ανέδειξε αμέσως την ερμηνευτική προσέγγιση του Χάρνονκουρτ σε ερμηνεία αναφοράς. Ακούγοντάς τες ο φιλόμουσος παρασυρμένος από τη δυναμική, τους ρυθμούς και το διάχυτο πάθος με τα οποία τις «χρωμάτιζε» ο αρχιμουσικός, φανταζόταν εύκολα ότι δεν ήταν ο Χάρνονκουρτ αυτός που κατηύθυνε την «άναρχη» ερμηνεία τους, αλλά ο ίδιος ο Μπετόβεν!!!

 

Beethoven 9 Symphonies

Όλη η πορεία και η προσφορά του αρχιμουσικού ήταν τέτοιες που βεβαίωναν ότι δεν υπήρχε λόγια συμφωνική και χορωδιακή μουσική ή λυρικό δράμα, που να μην μπορούσε να κατακτήσει και να αναδείξει. Η αφοσίωσή του σε αυτό που επιχειρούσε, η αδιαπραγμάτευτη μεθοδικότητά του, η επιμονή του στη λεπτομέρεια, καθώς και η καθαρότητα και πιστότητα που εκμαίευε από τους μουσικούς που διηύθυνε, καθιστούσαν το αποτέλεσμα αξιοθαύμαστο, μοναδικό.


Στις 5 Δεκεμβρίου 2015, παραμονή των 86ων γενεθλίων του ο Νικολάους Χάρνονκουρτ ανακοίνωσε με ένα σεμνό, συγκινητικό και πρωτότυπο τρόπο ότι δεν θα ανέβαινε ξανά στο πόντιουμ.

Το σύνολό του, Concentus Musicus Wien, είχε προγραμματίσει για εκείνη τη μέρα συναυλία στη Βιέννη για να γιορτάσει τα γενέθλια του δημιουργού και εμπνευστή του. Με έκπληξη οι προσερχόμενοι διαπίστωσαν ότι μέσα στο έντυπο πρόγραμμα της συναυλίας υπήρχε χειρόγραφο σημείωμα του αρχιμουσικού, στο οποίο ανακοίνωνε την απόφασή του εξηγώντας ότι οι σωματικές του δυνάμεις δεν του επέτρεπαν πια μια τόσο επίπονη δραστηριότητα.

 

Ακριβώς τρεις μήνες μετά εξεμέτρησε ήρεμα το ζην στο σπίτι του στο Sankt Georgen im Attergau – το Attergau είναι μικρή παραλίμνια πόλη κοντά στο Ζάλτσμπουργκ - περιστοιχισμένος από τη γυναίκα του και τα τρία παιδιά τους. Δεν μπορούσε φαίνεται να ζήσει χωρίς αυτό που ήταν το πάθος του, ήταν η ίδια του η ζωή: την ερμηνεία, την αναδημιουργία της μουσικής. 

 

Ευλόγως θα αναρωτιέται ο αναγνώστης αυτού του σχολίου, τι σχέση έχει ο πρόλογός του με το περιεχόμενό του. Έχει και μεγάλη μάλιστα. Το άγγελμα του θανάτου του Νικολάους Χάρνονκουρτ ανακάλεσε αμέσως στη μνήμη τη «γνωριμία» μου και τη γνωριμία μου με αυτόν τον εξαίρετο θεράποντα της μουσικής.

 

Bach Musicalisches Opfer

 

Η «γνωριμία» μου μαζί του έγινε στα μέσα της δεκαετίας 1970-1980 όταν άκουσα τη δισκογραφημένη από αυτόν – και τους Concentus Musicus, βεβαίως - Μουσική Προσφορά (Musikalisches Opfer) του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Ήταν για μένα – αλλά και για πολλούς, πολλούς άλλους – μια πραγματική αποκάλυψη. Μουσική μπαρόκ, όπως ερμηνευόταν την εποχή του μπαρόκ! Γεμάτη αλήθεια, γεμάτη αυθεντικότητα. Μια μοναδική ακροαματική εμπειρία που άλλαξε κυριολεκτικά τον τρόπο της μουσικής πρόσληψης. Του οφείλω για αυτό πολλά.

Η γνωριμία μου μαζί του έγινε τον Σεπτέμβριο του 1984. Είχε έλθει για να διευθύνει δυο παραστάσεις της όπερας του Μότσαρτ Ιδομενέας, βασιλιάς της Κρήτης στο Ηρώδειο (14 & 16 Σεπτεμβρίου) – δες και πιο πάνω. Το Φεστιβάλ Αθηνών οργάνωσε βεβαίως συνέντευξη τύπου για το γεγονός. Υπήρξα από τους τυχερούς που παρευρέθηκαν – μόλις πριν δυο μήνες είχαν αρχίσει να δημοσιεύονται κριτικές μου στην ακμαία και κραταιή τότε Ελευθεροτυπία. Οι παριστάμενοι ήσαν φυσιολογικά πολλοί λιγότεροι από αυτούς που είχαν παρακολουθήσει την αντίστοιχη συνέντευξη για την Κάρμεν, δυο-τρεις μέρες πριν. Στις 12 και 15 Σεπτεμβρίου παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο, από την Όπερα της Ζυρίχης και αυτή, σε σκηνοθεσία Ζαν-Πιέρ Ποννέλ και αυτή, με αρχιμουσικό τον Ραλφ Βάικερτ και πρωταγωνιστές, όμως, την Αγνή Μπάλτσα και τον Χοσέ Καρρέρας!

 

Η συνέντευξη του Ιδομενέα άρχισε, έγιναν κάποιες τυπικές και ίσως μια-δυο ουσιαστικές ερωτήσεις από τους δημοσιογράφους και ο Χάρνονκουρτ απάντησε αναλυτικά και υπομονετικά. Καθώς μάλλον οι ερωτήσεις είχαν εξαντληθεί ανέλαβε δράση η αφεντιά μου. Άρχισα να τον ρωτώ προφανώς για τις ιστορικά τεκμηριωμένες ερμηνείες της παλιάς μουσικής. Απάντησε, τον ρώτησα κάτι ακόμη σχετικό, απάντησε ξανά κι έτσι άρχισε μια μικρή συζήτηση ανάμεσά μας, με ενδιάμεσο τη διερμηνέα του. Συνεπαρμένος διαπίστωσα μετά από λίγο αφενός μεν ότι είχα ... παρακάμψει τη διερμηνέα του και συζητούσα μαζί του στα γερμανικά (!), αφετέρου δε ότι η αίθουσα συνεντεύξεων – στο κτίριο της Βουκουρεστίου, όπου στεγαζόταν τότε το Φεστιβάλ Αθηνών – είχε αδειάσει!

 

Οι μόνοι που είχαν μείνει, θυμάμαι καλά, ήταν αυτός, η διερμηνέας του, ο Δήμος Βρατσάνος, που ήταν τότε Διευθυντής του Φεστιβάλ, ο αείμνηστος Βαγγέλης Ψυράκης - μαζί με τον Δημήτρη Γκιώνη τους θεωρώ πρυτάνεις του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ – και εγώ. Συζητήσαμε για κάμποσα λεπτά, κάποια στιγμή σταμάτησα γιατί δεν ήθελα να καταχραστώ περισσότερο το χρόνο του. Τον ευχαρίστησα συγκινημένος. Σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μου. Μου έσφιξε το χέρι και με ευχαρίστησε και αυτός για τη συζήτηση που είχαμε. Μαζί του και ο πάντα ευγενικός Δήμος Βρατσάνος ο οποίος, αφού με χαιρέτισε και αυτός, με ρώτησε βιαστικά, μια και έπρεπε να τον συνοδεύσει, το όνομά μου και σε ποιο έντυπο δημοσιογραφούσα. Του εξήγησα ότι δεν ήμουν δημοσιογράφος αλλά κριτικός μουσικής. «Α! Έτσι εξηγούνται όλα. Σας ευχαριστούμε πολύ» είπε ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Μείναμε μόνοι με τον Βαγγέλη Ψυράκη. Εξέφρασε και αυτός την ευαρέσκειά του και έκτοτε η αλληλοεκτίμηση συνόδευε την όποια κοινή πορεία μας και τις όποιες συνεργασίες μας.


Στην παράσταση του Ηρωδείου συνάντησα ξανά τον Δήμο Βρατσάνο. Αφού με χαιρέτισε και είπαμε δυο κουβέντες μου ζήτησε τον αριθμό του τηλεφώνου μου «Για να μην ψάχνω να τον βρω, από την Ελευθεροτυπία», θυμάμαι μου είπε. Μου τηλεφώνησε μερικές μέρες αργότερα και ζήτησε να συναντηθούμε κάποια στιγμή, σύντομα, στο γραφείο του. Ορίσαμε τη συνάντηση μετά λίγες μέρες. Με καλοδέχτηκε και αμέσως χωρίς περιστροφές με πληροφόρησε για τον λόγο για τον οποίο επεδίωξε να με συναντήσει. Είχε εκτιμήσει ιδιαίτερα και ο ίδιος τη συμμετοχή μου στη συνέντευξη τύπου με τον Χάρνονκουρτ. Επειδή επρόκειτο να αναμορφωθεί το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του Φεστιβάλ σκέφτηκε ότι θα ήθελε να έχει στο Συμβούλιο αυτό κάποιον με μουσικές γνώσεις, όπως τις δικές μου. Και με ρώτησε αν δέχομαι μια τέτοια θέση για να με προτείνει στο Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο ήταν αρμόδιο. Βιάστηκε μάλιστα να συμπληρώσει ότι η θέση αυτή ήταν τιμητική και άμισθη! Δέχτηκα βεβαίως την τιμητική πρόταση με μεγάλη χαρά. Έγινα έτσι μέλος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου του Φεστιβάλ και αυτό χάρη στον Νικολάους Χάρνονκουρτ. Κάτι το οποίο βεβαίως αυτός ποτέ δεν έμαθε. Του οφείλω λοιπόν, περισσότερα από πολλά! Στη θέση αυτή παρέμεινα – με δυο ενδιάμεσες ανανεώσεις – μέχρι το 1992, οπότε παραιτήθηκα για λόγους δεοντολογίας.


Τον Νικολάους Χάρνονκουρτ συνάντησα και τις άλλες δυο φορές που ήλθε στην Ελλάδα και τις δυο για συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και τις δυο με την τότε «αγαπημένη» του Ορχήστρα Δωματίου της Ευρώπης: τον Νοέμβριο του 1993 και τον Απρίλιο του 1996. Και τις δυο φορές είχαμε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συζητήσεις που δύσκολα θα σβήσουν από τη μνήμη. Θα τον θυμάμαι πάντοτε με θαυμασμό, με σεβασμό και με πολύ-πολύ μεγάλη εκτίμηση και ευγνωμοσύνη. Ας είναι καλοτάξιδος.