Μία πολύ ιδιαίτερη μπάντα, οι The Chap- Βρετανο-Γαλλο-Γερμανο-Ελληνικής προέλευσης- στήθηκε στο Λονδίνο, το 2000, απο τους Claire Hope (πλήκτρα, φωνή), Johannes von Weizsäcker (κιθάρα, φωνή, τσέλο), Πάνο Γκίκα (μπάσο, βιολί, κιθάρα, φωνή) και Keith Duncan (ντραμς). Άρχισαν να κυκλοφορούν άλμπουμ, λίγα χρόνια μετά- έρχονται στην Ελλάδα, λόγω Πάνου Γκίκα, στο θρυλικό, πλέον, Μικρό Μουσικό Θέατρο όπου ενθουσιάζουν το ντόπιο κοινό με την μεταμοντέρνα lo-fi ειρωνική αισθητική τους.

Το 2008 περνούν μέσω της ετικέτας Ghostly International στις ΗΠΑ ενώ το Mega Breakfast που κυκλοφορούν εκεί θεωρείται ένα βήμα μπροστά τόσο στην παραγωγή όσο και στην εμπέδωση ενός ποπ- μπαρόκ ήχου που κατακλύζεται από ακραίο κυνισμό. Προστίθεται και η Berit Immig στα πλήκτρα και στα φωνητικά και ύστερα από μερικούς δίσκους ηχογραφούν το We Are Nobody (2013), στο οποίο, «η κύρια πρόκληση» όπως σημειώνουν, «ήταν να γραφτούν κομμάτια χωρίς καμία δόση ειρωνείας.» Πέρυσι κυκλοφόρησαν το The Show Must Go- που παρουσιάσαμε πρόσφατα στη στήλη μας, Playlist- στο οποίο αναλύουν το Ευρωπαϊκό ιδεώδες και την ανικανότητα της ροκ μουσικής να αλλάξει τον κόσμο.

 

Για αυτό το τελευταίο άλμπουμ προτείναμε στον Πάνο Γκίκα να μας γράψει μερικά σχόλια για τα κομμάτια. Ο Γκίκας υπήρξε ιδρυτικό μέλος των Raining Pleasure (1991-1996), αλλά εδώ και αρκετά χρόνια ζει στο Λονδίνο και διδάσκει σύνθεση, μουσική για οπτικά μέσα και ηχητική παραγωγή ως Senior Lecturer στο Canterbury Christ Church University. Παράλληλα, δουλεύει ως συνθέτης, αυτοσχεδιαστής και παραγωγός, με έργο που εκτείνεται σε ευρύ φάσμα μουσικών υφών, όπως συναυλιακή μουσική, ελεύθερος αυτοσχεδιασμός, εξω-μουσικές συνεργασίες με ψηφιακά μέσα, μουσική για εικόνα και ποπ παραγωγή. ‘Εχει την πειραματική δισκογραφική εταιρία Migro Records. Επίσης, συνεργάζεται με την συνθέτρια/αυτοσχεδιάστρια Jennifer Walshe σε ζωντανές εκτελέσεις που λειτουργούν στην τομή μεταξύ σύνθεσης, αυτοσχεδιασμού και ψηφιακής επεξεργασίας, ενώ παράλληλα συνεργάζεται με τους Bohman Brothers και τους Sudden Rectum. Ο Γκίκας στο κείμενο που υπογράφει πέρα από την παρουσίαση των συνθέσεων του τελευταίου δίσκου των The Chap, αναλύει πλευρές της ποπ και ροκ κουλτούρας αλλά και της ιδεολογίας που περνά μέσα από την πολιτική της σόυμπίζνας. Αποκαλύπτει επίσης τον τρόπο με τον οποίον το συγκρότημα αποδομεί όλο αυτό το σύστημα της «μοντέρνας τραγουδοποιίας».
[Επιμέλεια/ Εισαγωγή: Αντώνης Ν. Φράγκος]


 

TheChap 2015 169

 

«Για τους The Chap η μισανθρωπία και ο κυνισμός ήταν το εναρκτήριο modus operandi, ένας προστατευτικός κλωβός που διαχώριζε νοηματικά τον ‘κόσμο μας’ με το υπόλοιπο σύμπαν. Ήταν ένα ομαδικό ανακλαστικό, η απαραίτητη διαφοροποίηση στην εξυπηρέτηση αναζήτησης ταυτότητας. Ως αποτέλεσμα, η μουσικές μας τάσεις αρχικά ορίζονταν δια του αποκλεισμού. Αλλά με το πέρασμα των χρόνων και των άλμπουμ διανύσαμε μια ‘θετική’ τροχιά προς μια τάση στενού προσδιορισμού. Δηλαδή πήγαμε από το «απεχθάνομαι την σύγχρονη βιομηχανία τραγουδοποιίας» στο «τι μπορώ να μάθω από τη απεχθή σύγχρονη τραγουδοποιία».

 

Η ποπ κουλτούρα ήταν πάντα ένα απαραίτητο εργαλείο της μεταπολεμικής αγοράς, γιατί μεταμφίεζε πολύ αποτελεσματικά συντηρητικές αξίες ως αντισυμβατικές. Ο έφηβος παρουσιάστηκε ως επαναστατική αξία, αλλά ουσιαστικά ήταν το πρώτο στάδιο ενός κονφορμισμού χωρίς εναλλακτική. Η ροκ κουλτουρα, πάντα ετεροπροσδιοριζόμενη ως εναλλακτική εκφράζει για μας την πιο προβληματική έκφανση της ποπ ή αλλιώς μετά -παραδοσιακής αστικής έκφρασης.

 

Πέρα από τις συντηρητικές δομές, την ιεραρχικότητα και την κλασικιστική προσήλωση στη δεξιοτεχνία, ακόμα και το πανκ έπεσε στην πλειοψηφία του πάνω στο σπαθί του: τον πολιτικό στίχο. Το πολιτικό ροκ πλαισιώνει την κυριολεξία των στίχων με μια αφηρημένη γλώσσα, τη μουσική δομή και αυτό για μας αντιπροσωπεύει μια πάντα αγνοημένη αντίφαση. Το αποτέλεσμα είναι πολλές φορές απογοητευτικό: μία αποτυχημένη στράτευση απλοϊκού πολιτικοκοινωνικού νοήματος με μία ηχητική έκφραση που προσβλέπει στον κατώτερο μέσο όρο. Δηλαδή κάτι σαν εθνικός ύμνος. Αυτή ακριβώς η αντίφαση μας οδήγησε στη χρήση αποδομημένων στίχων, τεχνική που υπάρχει από τον 19ο αιώνα (Mallarmé), όταν δηλαδή γεννήθηκαν και οι περισσότεροι εθνικοί ύμνοι...

 


Με αυτή την οπτική, με μία τάση συμφιλίωσης με μουσική που αναπόφευκτα μας ελκύει και επειδή αγαπάμε την αποτυχία, αποφασίσαμε να παράγουμε ένα άλμπουμ πολιτικού ροκ. Μια απόφαση που είχε ληφθεί πριν αρχίσει εμφανώς η Ευρώπη να διανύει μία περίοδο πτώσης προσωπείων και παραίτησης οποιωνδήποτε προφάσεων: ο πολιτικός λόγος πλέον βαφτίζεται ιδεοληψία και η κοινή λογική είναι bad for business. Μέσα σ’ αυτή τη Μακιαβελική συγκυρία, είμαστε περήφανοι για τους προφητικούς τίτλους των 2 προηγούμενων άλμπουμ μας: Well Done Europe (2010) και We Are Nobody (2012).

 

Το πολιτικό ροκ του The Show Must Go, είναι το πιο συμβατικό άλμπουμ των The Chap. Μπορεί να περιέχει στοιχεία ελεύθερου αυτοσχεδιασμού, θορύβου, ηχητική και ηλεκτρονική χειραγώγηση, αλλά στο σύνολο έχει συμβατική ροκ μορφολογία. Δεν ήταν η αρχική επιδίωξη, αλλά έτσι πετύχαμε άλλο στόχο: να μπορούμε να εκτελέσουμε ένα μεγάλο μέρος του άλμπουμ ζωντανά.

 

Το πιο δύσκολο σκέλος της παραγωγής όμως ήταν οι στίχοι. Πως σχολιάζεις τα κοινά χωρίς να είσαι κοινότοπος, αποφεύγοντας την κυριολεξία και αφήνοντας τον ακροατή να καταλήξει μόνος του; Παρακάτω σχολιάζεται κάθε κομμάτι, σε μια προσπάθεια υπέρ- συμπυκνώσης του νοήματος τους.

 

What Are People For: Το σχεδόν instrumental τελειώνει με τους στίχους "Murder on the dance floor, what are people for?" Γιατί υπάρχουν οι άλλοι, αν όχι για να τους ανταγωνιζόμαστε;

 

Post Doom Doom: Ίσως το πιο κυριολεκτικό κομμάτι του άλμπουμ. Μετά την Επόμενη Μέρα επιβιώνει αυτός που ξέρει ότι δεν έχει καμία επιλογή.

 

He’d Rather Die, He’s Getting Ready: Η αυτογνωσία ίσως είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να μας συμβεί.

 

That’s Rich: Το προνόμιο δεν είναι προϊόν αυτογνωσίας.

 

Joy in Depression: Η αυτό-εκμετάλλευσή δεν είναι πρόβλημα. Το άγχος μας δίνει αξία.

 

Student ExperienceΞέρεις ότι επένδυσα και ξέρεις τι να κάνεις: ετοίμασέ με για αγοραστική ετοιμότητα’. Ο φοιτητής έχει πάντα δίκιο.

 

Social Bob: Επιλογή υπάρχει: ‘κοινωνικά ευαίσθητος καπιταλισμός’ και λοιπές μαλακίες.

 

Reunited With Cash: Ελεύθερος αυτοσχεδιασμός με τον Johnny Cash.

 

Guitar Messiah: Μια κιθάρα είναι καλά. 10 κιθάρες είναι 10 φορές καλύτερα. Μας λείπουν οι πολλές κιθάρες και τα σόλα.

 

Charitable Action:  Δίνουμε, άρα υπάρχουμε. Υπάρχουμε, άρα συμμετέχουμε. Συμμετέχουμε, άρα ανήκουμε. Kι’ ας είμαστε μόνοι.

 

Jammer: Δεν υπάρχουν λέξεις: ο αταβισμός στο προ-γλωσσικό στάδιο.

 

Epic Tolerance: Ο πόλεμος είναι ένα είδος τέχνης.

 

Society: Η ‘ανακάλυψη’ του περιθωριακού καλλιτέχνη αποδίδει κοινωνικό κύρος σ ’αυτόν που διαχειρίζεται την προβολή του.

 

Your Project, My Money: Πληρωμένη καταχώρηση: Είσαι καλλιτέχνης; Σου δίνουν οι κρατικές επιχορηγήσεις την ελευθερία που ποθείς; Η δική μας χορηγία σου επιτρέπει να είσαι πάντα ο εαυτός σου, αντλώντας ισχύ από το απεριόριστο δυναμικό της ελεύθερης διανόησής σου. Είσαι η αντισυμβατική σκέψη. Είσαι η καινοτομία. Είσαι ελεύθερος.

 

Partly People: Η δουλειά στις αποθήκες είναι σαφώς καλύτερη της πορνείας.

 

Hey Youth: Νεαρέ που κόπτεσαι, η αγορά επανάστασης είναι στα πάνω της. Μάθε να πουλάς τη δική σου.

 

Franklos Mr Shanklos: Ειλικρινά, η τέχνη είναι άθληση».