todas-las-artes-aspiranO Ισαάκ Σούσης διαπλέκεται στην πολιτισμική βιομηχανία και γράφει ιστορίες και κριτικές για -πολιτισμένους- αγρίους.

Έτσι τον έπιανε στα καλά καθούμενα και άρχιζε να τραγουδά «Φεγγάρι μάγια μου ’κανες και περπατώ τις νύχτες» ή «Πέρα από τα σύννεφα, πέρα από τα δάση, βρήκα την αγάπη μου που την είχα χάσει». Αυτό όταν ήταν πιτσιρικάς συνέβαινε αυτόματα χωρίς να μεσολαβεί τίποτα, ούτε καν η σκέψη ότι αυτός ο τόπος που έτυχε να ζει δεν είχε και πολλές διεξόδους. Κλειστός τόπος ήταν αλλά δεν ήθελε να το διαπιστώνει, δεν ήθελε ούτε να το ξέρει αν και το ’ξερε και για αυτό στα καλά καθούμενα τραγούδαγε «Δεν μπόρεσε κανείς τον πόνο του να αντέξει κι ούτε ένας συγγενής να πει δεν βρήκε λέξη»
Τι του ’κανε αλήθεια τόση εντύπωση τώρα που μέσα στη πιο βαθιά κρίση όπως λέγαν οι άλλοι γύρω του, στο αναπότρεπτο ξέσπασμα της αλήθειας όπως πίστευε ο ίδιος, ο κόσμος, ο περισσότερος κόσμος, δεν εξωτερίκευε παρά ελάχιστα την σκέψη του προτιμώντας ξανά τις πιο κοινότοπες εκφράσεις για την αδικία, για τους δυνατούς και τους αδύναμους. Τόσο άχρωμες και τριμμένες στις αιχμές τους εκφράσεις που σε μια κλούβα με μπάτσους την ώρα που επαγρυπνούν παίζοντας τάβλι μπορείς να ακούσεις να τις ξεστομίζουν τα ίδια τα όργανα αυτής της αδιασάλευτης τάξης του κόσμου, της ενορχηστρωμένης ανθρωποθυσίας του.
Νευρίαζε πια, γινόταν επιθετικός, γινόταν ακοινώνητος.

 

artmusic2Δεν ήξερε καλά, καλά αν ήθελε να φέρει τα πάνω, κάτω σε αυτή την τάξη ή θα μπορούσε να τα υπομένει όλα όπως διαμορφώνονταν, αρκεί να μπορούσε να ταυτιστεί επιτέλους με κάποιους. Να μιλάει με όλους τους ορθόδοξους και ανορθόδοξους τρόπους για όσα είχαν προκύψει εντελώς μοιραία αφού για τριάντα χρόνια – τόσα τα όριζε αυτός για να έχει ένα αυθαίρετο σταθερό πάτημα στο άπειρο- όλοι τους χαλβαδιάζανε και μόνος του αυτός και κάτι ανώνυμοι αρθρογράφοι σε εφημερίδες και μπροσούρες στα Εξάρχεια σκεπτόταν αρνητικά ότι το κακό γύρω μας δεν ήταν καν στάσιμο και παγιωμένο αλλά εξελισσόταν ραγδαία . Οχι τόσο στα σκάνδαλα που έτσι κι αλλιώς όλο και περισσότερα και γρηγορότερα έβγαιναν στην επιφάνεια αλλά για αυτό έφταιγαν τα media και η κακοδιαχείριση. Η κακοδιαχείριση επέτρεπε στα σκάνδαλα να διαρρέουν και τα media με εντελώς αντεθνικό και απάνθρωπο τρόπο τα ρίχναν με χαοτική πληροφόρηση στην αγορά και πώληση του μέσου μυαλού, χωρίς να φροντίζουν για το ισοζύγιο ισορροπίας και παράνοιας που θα επέτρεπε στο κακό να συνεχίσει να υπάρχει φιλήσυχα αφήνοντας και στο καλό την ζωτική ψευδαίσθηση ότι επικρατεί στο κομμάτι που του αναλογεί. Η μπαλάντζα για να μπορούν οι φτωχοί να υπομένουν αγόγγυστα την αξιοπρέπειά τους και να εξακολουθούν οι πλούσιοι να καταφεύγουν ανώδυνα στις καλοσύνες τους είχε γείρει . Θρησκείες που ξεφτίζανε σε εμποροπανηγύρια, ιδεολογίες που ξεφτίζανε σε πελατειακούς κώδικες κυκλοφορίας του χρήματος, κώδικες που ξεφτίζανε σε μπάχαλο ξεχαρβάλωσαν την μπαλάντζα που έχασκε πια μονόπατα έχοντας κατρακυλήσει η πλάστιγγα στη μεριά του μάταιου.

 


music-noteΗ μήπως ήταν ο τελευταίος που τα συνειδητοποιούσε όλα αυτά; Mήπως οι άλλοι τα γνώριζαν ήδη από την εποχή που τα τραγούδια ανέβαιναν αδιαμεσολάβητα στο στόμα του και έβλεπε τις σκιές τους να περπατάνε στο λόφο του ‘Iππειου Κολωνού, στην ακαδημία Πλάτωνος, στο Μεταξουργείο και στου Ψυρρή σε όλες αυτές τις σταδιακά υποβαθμισμένες και γι αυτό ρομαντικές περιοχές .Υποβαθμισμένες πριν ακόμα έρθει η ανάπτυξη με την αισθητική της υπανάπτυξης να τις αποτελειώσει φυτεύοντας μακέτες πλατειών, πάρκων, πολυτελών Loft συγκροτημάτων, μεταπαιδικών χαρών και πολυτελών προπατζίδικων. Εκεί που κάποτε περπατάγανε για να αφήσουν και από έναν συμμαθητή τους σε κάθε πόρτα που άνοιγε και την έκλεινε πίσω του σφραγίζοντας με ένα τραγούδι. Εκείνος μια και έμενε στην τελευταία πόρτα αυτής της διαδρομής άκουσε και είπε τα πιο πολλά τραγούδια. Και έκλεινε πίσω του την πόρτα στο ασφυκτικό όπως νόμιζε ακόμα τότε, πριν την έλευση των Αλβανών- δυάρι που μεγάλωνε μαζί με την τετραμελή σε απαρτία ακόμα οικογένειά του, και συνέχιζε πότε με το στερεοφωνικό πικ-απ και πότε με το ραδιόφωνο.

Ο Μελωδία είχε ακόμα παραγωγούς με το δικό του στίγμα και τα δικά του κονέ ο καθένας και κυρίως ειδήσεις ενός δίλεπτου, αυτά που κρίνονταν από τη σύνταξη ως «χοντρά» και τα εκφωνούσε με πολιτισμένη ορθοφωνία μια παρουσιάστρια σε τίτλους, τίτλους του τέλους μιας προηγούμενης εποχής, τότε που ένα τραγούδι μεσολαβούσε για να ελαφρώσει το σοβαρό περιεχόμενο μιας ειδησεογραφικής εκπομπής η για να σιγοντάρει ισχυρογνώμονες απόψεις ειδικών του κράτους πάνω στο κοινωνικό από-γίγνεσθαι και την αιώνια αποστολή του νεοέλληνα, τις βαριές παραδόσεις, τα αναλλοίωτα χαρακτηριστικά που τον συνδέουν με τους αρχαίους και καμιά φορά με τους ακόμα αρχαιότερους. Τώρα όμως τέλειωναν οι σύντομες ειδήσεις του Μελωδία που είχαν διακόψει ψυχαναγκαστικά την ροή των τραγουδιών που ήταν για αυτόν οι σημαντικές του ειδήσεις, οι πραγματικές, τα γεγονότα που έρχονταν από έναν παγωμένο χρόνο να κατοικήσουν στη ζωή του και αρπαζόταν ξανά από τις χειρολαβές των στίχων.
«Ήρθε το τέλος του μηνός και πουθενά δε βλέπω φως. Το νοίκι δεν μου φτάνει, παράπονο με πιάνει και που τον πόνο μου να πω, κανένας δεν μου κάνει κι αυτή θα με πεθάνει απόκληρο στον κόσμο αυτό» κατάφερνε να καλαμπουρίζει στα μέσα του ‘ογδόντα, σε μια απόλυτη ραστώνη πλημμυρισμένη οικεία κακά που όμως μοιάζανε εξημερωμένα από τις μπανάνες, τα μπισκότα και τα γλειφιτζούρια που τα τάιζαν οι πρώτες σοσιαλιστικές κυβερνήσεις .

artmusic1Όμως αυτός αγρόν ηγόραζε στη σκιά του Ερεχθείου, ελάχιστα στεναχωρημένος για την κλοπή της μιας Καρυάτιδας αφού έβλεπε ακόμα την φωτιά να ανάβει μέσα στο ιερό που ένωνε τις χθόνιες θεότητες με τις ονειροπολήσεις, τις μελαγχολίες του και την αίσθηση της ματαιότητας που τον πολιορκούσε, με της Αθηνάς Παλλάδας τις σκέψεις που ξεκουράζονταν στην αιχμή του δόρατος και φτάναν ως τα κύματα της Φρεατίδας στα παράκτια τείχη της πόλης του, της χρυσής του φυλακής που τον προστάτευε από κάθε υπέρμετρη φιλοδοξία, από κάθε αμετροεπή ουτοπία προσγειώνοντάς τον σε ερείπια νεοκλασικά πρόσφορα για έρωτα στα όρθια με Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες. Τέρατα μυθολογικά που άφοβα συναντούσε σε κάθε του βήμα αφού το μέλλον του ήταν ήδη χωνεμένο στην ηδονή και την αιδώ που απέπνεε αυτή του η δίκοπη του αγάπη για πάστρα και αινίγματα, για καρβουνιασμένα από συμπλέγματα και ενοχές βλέμματα που γλιστράγανε με το απόβροχο εκεί που «κάθε σπίτι κρύβει μια γωνιά για τα παιδιά».
«Κίτρινη πόλη, παραμονές βροχής» διάβαζε την «Μενεξεδένια πολιτεία» του Τερζάκη, και την «Εroica» του Κοσμά Πολίτη και την «Πόλη και τα σκυλιά» του Μάριο Βάργκας Λιόσα περιμένοντας και ο ίδιος έναν αργοπορημένο Οδυσσέα να του πετάξει λίγα ψίχουλα αγάπης. Οκτάωρο, δεκάωρο άντε, μιας χαμαλοδουλειάς και πίσω πάλι στο δωμάτιο.

Στους τέσσερεις του τοίχους που πότιζαν τα δειλινά από «Το αίμα των θυσιασμένων και τους χαμένους στόχους τους. Το ψύχος το δριμύ των χωρισμών…». Μεθούσε προκαταβολικά για αυτά που θα του παίρνε άλλη μια δεκαετία να τα δει με σάρκα και οστά να σφραγίζουν την πόρτα του δωματίου και να τον πετάν έξω στον δρόμο με τα στοιχειωμένα τραγούδια για βιογραφικά, τραγούδια αντί για γνωριμίες και συστάσεις, τραγούδια αντιπαροχή για μια αληθινή αγάπη, για έναν πραγματικό σκοπό, για έναν ζωντανό αργό και γόνιμο Θάνατο .