Τώρα που, μετά από μιαν ολόκληρη εβδομάδα συζητήσεων, δημοσιεύσεων, αναρτήσεων και posts, κατακάθισε λίγο ο κουρνιαχτός για το θέμα «ο Σάκης Ρουβάς θα ερμηνεύσει το Άξιον Εστί» θα ήθελα να δούμε το ζήτημα από μία διαφορετική οπτική γωνία και δεν είναι άλλη από την έκταση ακριβώς που πήρε. Με άλλα λόγια γιατί έγινε τέτοιος χαμός για την είδηση ότι ο Ρουβάς θα τραγουδήσει το συγκεκριμένο έργο; «Μα γιατί πρόκειται για έργο του Μίκη Θεοδωράκη!», θα αναφωνήσουν κάποιοι θεωρώντας την απάντηση τόσο ευνόητη ώστε να κάνει την ερώτηση σχεδόν εξοργιστική. Για αυτό όμως ακριβώς αναρωτιέμαι, ΓΙΑΤΙ πρέπει να γίνεται τόσος λόγος, με τόσο πάθος ή ακόμα και οργή, επειδή οποιοσδήποτε θέλει να τραγουδήσει οποιοδήποτε μέρος του έργου του Μίκη Θεοδωράκη;

 

 

Θα επιχειρήσω λοιπόν στη συνέχεια να ανιχνεύσω τις αιτίες για αυτό. Η πρώτη από αυτές έχει να κάνει όχι με τους ερμηνευτές αλλά με τους Έλληνες δημιουργούς του σήμερα και μάλιστα τους καλύτερους από αυτούς... Εχω βαρεθεί δηλαδή όταν τους ρωτούν για τις επιρροές τους να απαντούν «Θεοδωράκης και Χατζιδάκις» ή, οι «έντεχνοι» συνήθως, «Σαββόπουλος», ακόμα και όταν εύκολα, με τα αυτιά σου και μόνο, μπορείς να διαπιστώσεις ότι... δεν έχουν επηρεαστεί από αυτούς καθόλου ή, το πολύ – πολύ, στο ελάχιστο!

 

Πώς γίνεται δηλαδή και κανείς δεν αναφέρει ως επιρροές του άξιους και ταυτόχρονα απολύτως καταξιωμένους δημιουργούς, ας πούμε τον Μικρούτσικο ή τον Μούτση, όταν είναι ολοφάνερο ότι έχει δεχθεί την επίδραση τους πολύ περισσότερο από όσο των προαναφερθέντων;

 

Πόσες γενεές ακόμα άραγε θα χρειαστούν για να αναγνωριστεί η δική τους και πολλών ακόμα αναλόγων επιρροή στους μεταγενέστερους, πρέπει να μην ζουν πλέον οι ίδιοι για να εισπράξουν αυτή την μικρή ηθική ανταμοιβή που όμως έχει μεγάλη σημασία για κάθε άνθρωπο που έχει συμβάλλει σε ένα βαθμό σε κάποιο τομέα του πολιτισμού;


Και αυτό αφορά μόνο στο σκέλος των άμεσων επιρροών, ας αφήσουμε καλύτερα το τι συμβαίνει όταν απλά γίνεται συζήτηση για τις σημαντικές φυσιογνωμίες της σύγχρονης ελληνικής μουσικής... Γιατί τότε ειδικά οι δημιουργοί «εκτός κανόνος» όπως είναι για παράδειγμα η Λένα Πλάτωνος είναι κυριολεκτικά... ανύπαρκτοι!

 

Γιατί βλέπετε υπάρχει το... «ιερό δίδυμο». Θεοδωράκης – Χατζιδάκις.... Και σε αυτό πρέπει όχι μόνον όλοι να υποβάλλουν τα σέβη τους, συνοδεύοντας τα μάλιστα και με μιαν υπόκλιση, αλλά είναι και σα να υπάρχει και ένας άγραφος νόμος εντός της σημερινής ελληνικής μουσικής, κανείς δεν επιτρέπεται μα ούτε και μπορεί να... ξεφύγει από αυτούς! Το ότι ο ίδιος ο Χατζιδάκις πάλι, αν και απόλυτα σίγουρος για την σημασία του έργου του και δίχως ψευτο- μετριοφροσύνες, ποτέ δεν προσπάθησε να περάσει, πόσο μάλλον να επιβάλλει την άποψη ότι ήταν για την ελληνική μουσική πάνω – κάτω ότι ο... Μπαχ για την κλασική, επίσης δεν έχει καμία σημασία.

 

Από την άλλη το ότι ορισμένοι άλλοι απολύτως ισάξιοι του και της ανάλογης ή και μεγαλύτερης σημασίας ποτέ δεν είχαν την ίδια άποψη με εκείνον αλλά αντίστοιχα φρόντιζαν και φροντίζουν οι ίδιοι να υπογραμμίζουν την κεφαλαιώδη σημασία του δικού τους έργου είναι μια άλλη, πολύ μεγάλη και πονεμένη ιστορία που δεν είναι της παρούσης να την πιάσουμε. 

 

Ναι, το «Άξιον Εστί» είναι έργο πολλαπλής και μεγάλης σπουδαιότητας για την ελληνική μουσική, κανείς δεν θα το αμφισβητήσει αυτό και το ίδιο ισχύει για όλα τα έργα του Μ. Θεοδωράκη εκείνης της περιόδου. Στα πενήντα ένα χρόνια όμως τα οποία μεσολάβησαν από το 1964 που κυκλοφόρησε δεν υπήρξε ούτε ένα έστω κάπως ανάλογο, αν όχι σχεδόν ισάξιο του; Με όλο τον σεβασμό είναι αδύνατο να το πιστέψω αυτό, πηγαίνει ενάντια ακόμα και στην κοινή λογική, αν όχι στους νόμους της στατιστικής. Και για να κάνουμε και μερικές παράδοξες ίσως αλλά όχι και αυθαίρετες συγκρίσεις, αν οι Θεοδωράκης – Χατζιδάκις είναι εθνικό κεφάλαιο για την χώρα μας τότε οι Beatles είναι στην κυριολεξία... εθνική περιουσία για την Αγγλία, σωστά; Μιλάμε για το μεγαλύτερο συγκρότημα όλων των εποχών το οποίο επιπλέον για περισσότερα από πενήντα χρόνια έχει συμβάλλει με ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό στο βρετανικό ΑΕΠ!

 

Είναι λογικό λοιπόν ότι με τα δύο από τα τέσσερα μέλη να μην ζουν πια - τον αντικειμενικά πλέον προικισμένο μουσικά από τους τέσσερις μάλιστα, τον John Lennon, δυστυχώς δολοφονημένο τόσο πρόωρα, το 1980 – το status των υπολοίπων έχει ανέβει ακόμα περισσότερο. Και καθώς ο Ringo Starr ήταν και παραμένει ένας πολύ καλός... ντράμερ αυτό ουσιαστικά σημαίνει τον Sir Paul McCartney, το έτερο συνθετικό ήμισυ του Lennon και στην προσωπική του πορεία, μετά τους Beatles, έναν από τους πλέον επιτυχημένους μουσικούς διαχρονικά και παγκόσμια με καθολική αναγνώριση και τεράστια περιουσία!
Αυτός ο ίδιος ο McCartney όμως έκανε σχετικά πρόσφατα κάτι που προσωπικά δεν θα μπορούσα να φανταστώ κανέναν Έλληνα - τηρούμενων των αναλογιών - ισάξιο του να κάνει ποτέ.

 

Προς τα τέλη του ’13 δηλαδή εμφανίστηκε στην γνωστότερη τηλεοπτική μουσική εκπομπή του BBC και ανάμεσα στους υπόλοιπους συμμετέχοντες ήταν και ένας νεαρός, παντελώς άγνωστος ακόμα, τραγουδοποιός και ερμηνευτής ο οποίος τότε πάλευε απλά να ακουστεί. Ο McCartney παρακολούθησε προσεχτικά την εμφάνιση του – και εδώ αξίζει να σημειώσω ότι ο νεαρός όχι απλά δεν είχε επηρεαστεί από τους Beatles ή προσωπικά τον McCartney αλλά και η μουσική του δεν είχε την παραμικρή σχέση με αμφοτέρων - και μετά πήγε και του είπε απλά «μην το βάζεις κάτω παιδί μου, μην τα παρατήσεις... Αξίζεις πραγματικά, συνέχισε και θα δεις ότι θα τα καταφέρεις».

 

Το ότι ενάμισυ χρόνο αργότερα ο Benjamin Clementine, όπως είναι το όνομα του νεαρού, έχει κυκλοφορήσει όχι μόνον έναν από τους καλύτερους δίσκους του ’15 μέχρι στιγμής αλλά και ένα από τα πλέον υποσχόμενα ντεμπούτα των τελευταίων ετών αποδεικνύει ότι ο Sir Paul, όπως και όλοι οι αληθινά μεγάλοι μουσικοί, διαθέτει και ένα πολύ καλό αισθητήριο ως προς το τι είναι καλό και τι όχι!


Ο McCartney δεν το έκανε αυτό επειδή είναι...  καλός άνθρωπος, ούτε φυσικά επειδή δεν έχει πλήρη συνείδηση της αξίας του ή της σημασίας του ονόματος και μόνον των Beatles του οποίου είναι ο βασικός πια «κληρονόμος» και διαχειριστής.

 

Το έκανε γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι όπως κάποτε ο ίδιος και οι τρεις φίλοι του από το Λίβερπουλ αρχικά αντέγραψαν και στη συνέχεια εμπνεύστηκαν από τον Buddy Holly και τους υπολοίπους του αμερικανικού rock ‘n’ roll της δεκαετίας του ’50 και έφτασαν να γίνουν οι Τέσσερις Θαυμαστοί έτσι και μετά από αυτούς, σήμερα, πάντα, υπήρξαν και θα υπάρξουν άλλοι που θα εμπνευστούν από τους Beatles ή οποιονδήποτε άλλο για να κάνουν την δική τους μουσική, κάποιοι από αυτούς θα είναι κακοί, οι περισσότεροι ίσως μέτριοι αλλά μερικοί έστω θα είναι πολύ σπουδαίοι. Το έκανε εντέλει επειδή διαθέτει βαθιά επίγνωση μιας μεγάλης, αδιάψευστης αλήθειας, ότι τα πάντα στον ανθρώπινο πολιτισμό, στην δημιουργία, στην μουσική είναι μια συνεχής, αδιάκοπη πορεία στην οποία καθένας παίρνει την σκυτάλη από κάποιους από τους προηγούμενους και την παραδίδει σε κάποιους από τους μεταγενέστερους. Την αξία του την δείχνει όχι τόσο με το πόσο θα κρατήσει την σκυτάλη αλλά μην αφήνοντας την να πέσει και, κυρίως, με την απόδοση του για όσο διάστημα την κρατά στο χέρι του...

 

Είναι αυτή ακριβώς η επίγνωση που λείπει από τους περισσότερους Έλληνες, όσο ταλαντούχοι και σημαντικοί και αν είναι, για την ακρίβεια δυστυχώς στην πλειοψηφία τους όσο περισσότερο είναι τόσο λιγότερο την διαθέτουν.

 

Και επειδή τέτοια πράγματα βρίσκονται στο DNA ενός λαού και περνούν από γενεά σε γενεά κάποιοι, ελάχιστοι, είτε επειδή το προσπάθησαν οι ίδιοι είτε όχι, θεωρήθηκαν αν όχι η αρχή πάντως οι σημαντικότεροι και αναντικατάστατοι κρίκοι της ελληνικής μουσικής αλυσίδας. Τόσο που όλοι οι επόμενοι να είναι καταδικασμένοι να ζουν στην σκιά τους...

 

Τι πρέπει να γίνει για να αλλάξει αυτό; Αυτό δεν θα το πω εγώ αλλά οι Έλληνες δημιουργοί του σήμερα. Αν θεωρούν ότι δεν είναι ισάξιοι του παρελθόντος της μουσικής της χώρας μας ας προσπαθήσουν, καθένας μόνος του και όλοι μαζί συλλογικά, να γίνουν. Αν πάλι δεν το πιστεύουν αυτό...τότε, διάβολε, ας πιστέψουν επιτέλους λίγο περισσότερο και στον εαυτό τους, στις δυνατότητες και την αξία τους! Άλλο η υγιής αυτοεκτίμηση και άλλο το «καβάλημα του καλαμιού», το δεύτερο πρέπει να φοβόμαστε και να αποφεύγουμε. Και δυστυχώς καθόλου δεν αποκλείεται να συμβαίνει χωρίς να υπάρχει ούτε στο ελάχιστο το πρώτο, άβυσσος η ανθρώπινη ψυχολογία...


Όσο για το γιατί είναι απολύτως απαραίτητο, αναγκαίο ακόμα, να συμβεί αυτό; Διότι πολύ απλά είναι ο κυριότερος παράγοντας για το μέλλον, κυριολεκτικά για την υγεία και την μακροημέρευση της ελληνικής μουσικής.

 

Και ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις ξεκίνησαν από κάπου, πάτησαν στο ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι, καθένας τους περισσότερο ή λιγότερο και με το τρόπο του αλλά, διαφορετικά επίσης καθένας, προχώρησαν, πήγαν πιο πέρα, έκαναν την δική τους μουσική η οποία είναι και αυτή που δικαιολογημένα τους προσέδωσε την αξία και την σημασία οι οποίες σήμερα τους αναγνωρίζονται. Σε μια σκηνή που τους έχει αναγορεύσει σε «τοτέμ», αν όχι...«ιερές αγελάδες» υπό το δέος των οποίων ζουν όλοι και γύρω τους και με άξονα αυτούς πρέπει τα πάντα να κινούνται πώς είναι δυνατόν να συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο;

 

Ή, για να το θέσω απλούστερα, σε κάθε τομέα του πολιτισμού και σε κάθε τόπο η παράδοση είναι πολύ χρήσιμη για να στηρίζει ό,τι συμβαίνει στο παρόν και τα αντίστοιχα επιτεύγματα του. Άλλο όμως στήριγμα και άλλο δεκανίκι... Γιατί όταν βαδίζεις με δεκανίκια, δίχως μάλιστα να τα χρειάζεσαι, μπορεί ξαφνικά να σου φύγουν από τα χέρια ή ακόμα και να σκοντάψεις σε αυτά και...να σωριαστείς κάτω! Και τότε μπορεί να επέλθει η αναπηρία που δεν υπήρχε καν πριν ή ακόμα και η ολική παράλυση... Αν όμως συμβεί αυτό το ατύχημα ποιος άραγε θα μεταφέρει εκείνη την σκυτάλη προς το μέλλον;