Για να ανακαλέσει ζοφερές μνήμες στους παλιότερους αλλά και για να θυμίσει μια οδυνηρή περίοδο της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας στους νεώτερους, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ενέταξε στο πρόγραμμά του μια πρωτότυπη συναυλία με όνομα Τα απαγορευμένα τραγούδια. Το πρόγραμμά της εστιάζει στα απαγορευμένα - λογοκριμένα τραγούδια της επταετούς δικτατορίας (1967-1974), μια επιλογή από τα οποία θα ερμηνεύσει ο Μανώλης Μητσιάς. Η συναυλία θα πραγματοποιηθεί στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης τη βραδιά της 21ης Απριλίου, βεβαίως, βεβαίως, και θα επαναληφθεί την επομένη (περισσότερα για τις συναυλίες εδώ). 

Η μουσική λογοκρισία δεν ήταν προφανώς μια καινοφανής διαδικασία για την περίοδο της Χούντας. Προϋπήρχε αυτής και, δυστυχώς, συνέχισε να υπάρχει και μετά από αυτήν. Αναφερόμενοι στη μουσική λογοκρισία εννοούμε κυρίως, έως αποκλειστικά, αυτή που αφορά τα τραγούδια. Ο λόγος, είτε στίχος, είτε ποίηση, ήταν αυτός ο οποίος ερέθιζε τους λογοκριτές και προκαλούσε τις επεμβάσεις τους. Και όχι μόνον σε περιόδους αντιδημοκρατικών καθεστώτων.

 

Το ρεμπέτικο, φερ’ειπείν, υπέστη τις συνέπειες της λογοκρισίας και πριν τη μεταξική περίοδο. Οι τολμηροί στίχοι των τραγουδιών του, κυρίως εκείνοι που χαρακτηρίζονταν χασικλίδικοι, έδιναν δικαίωμα στους λογοκριτές να ασκήσουν την εξουσία τους. Οι μεταξικοί νόμοι επέβαλλαν ασφαλώς πιο αυστηρές προδιαγραφές λογοκρισίας. Οι συνθέτες και οι στιχουργοί δεν έκαναν τον κόπο να υποβάλλουν για έγκριση τραγούδια με σχετικό περιεχόμενο ή προσάρμοζαν τους στίχους τους στις απαιτήσεις της εποχής.

 

Αλλά και μετά την περίοδο Μεταξά, η Κατοχή, ο Εμφύλιος και η μετεμφυλιακή Δεξιά διατήρησαν το ρεμπέτικο στο περιθώριο. Το κρατικό ραδιόφωνο – ΕΙΡ (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) ονομαζόταν τότε – μόλις το 1958 επέτρεψε να μεταδοθεί ρεμπέτικο από τις ραδιοσυχνότητές του. Και όχι όποιο κι όποιο. Μόνο κάποια κανταδόρικα, του Βασίλη Τσιτσάνη, κυρίως, αυτά με τις δυτικόμορφες μελωδίες και ρυθμούς. Στην περίοδο της Χούντας ακόμη και αυτά είχαν απαγορευτεί, λόγω, προφανώς, του λαϊκού τους ήχου – μπουζούκι κλπ.

 

 

 

Λογοκρισία στο τραγούδι επιβαλλόταν πάντοτε με δυο τρόπους: προληπτικά και κατασταλτικά. Υπήρχε μια ειδική επιτροπή στο Υπουργείο Προεδρίας στην οποία οι δημιουργοί ήταν υποχρεωμένοι να υποβάλλουν τα τραγούδια τους (στίχους, αλλά και μουσική σε παρτιτούρα!). Και η επιτροπή αποφαινόταν, λειτουργώντας προληπτικά, αν αυτά τα τραγούδια επιτρεπόταν να δισκογραφηθούν. Αρκετές φορές μάλιστα απαιτούσε αλλαγές στους στίχους ή και αφαίρεση ολόκληρων στροφών για να επιτρέψει να δισκογραφηθούν.

 

Ευκαιρία να ανατρέξετε στους παλιούς δίσκους βινυλίου, όσοι έχετε, και να αναζητήσετε στην εσωτερική ετικέτα αναγραμμένο τον αριθμό αδείας της επιτροπής.

Στην κρατική ραδιοφωνία δεν υπήρχε επίσημα κάποια ανάλογη επιτροπή, αλλά ο κάθε ...ανευθυνοϋπεύθυνος αρμόδιος μπορούσε να επέμβει κατασταλτικά και να απαγορεύσει τη μετάδοση κάποιου τραγουδιού που πίστευε ότι δεν συμπορευόταν με τα χρηστά ήθη του ελληνικού κράτους.

 

Έτσι είχαμε αρκετά κρούσματα λογοκρισίας στο τραγούδι ακόμη και πριν κηρυχτεί η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.

 

Αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα κατηγοριοποιώντας τα μάλιστα:
«Η αλυσίδα» του Μίκη Θεοδωράκη από το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού, το «Ήταν που λέτε μια φορά» του Μάνου Χατζιδάκι από το Παραμύθι χωρίς όνομα σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη, το «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» του Σταύρου Ξαρχάκου σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου λογοκρίθηκαν με πολιτικά κριτήρια. Το τραγούδι «Η αλυσίδα» δεν εγκρίθηκε από την επιτροπή λογοκρισίας της εποχής και δεν δισκογραφήθηκε μαζί με τα υπόλοιπα τραγούδια της λυρικής τραγωδίας, τον Οκτώβριο του 1962. Το «Ήταν που λέτε μια φορά» επετράπη να δισκογραφηθεί – το 1965 – χωρίς, όμως, τους στίχους του, οι οποίοι προσέβαλαν το βασιλιά, με τους οποίους ερμηνευόταν στην παράσταση. Θυμίζουμε του λογοκριμένους στίχους:


Βαριά του 'ρχόταν η δουλειά
κι ήταν «τα ζώα μου αργά»
καλό ανθρωπάκι.
Από το βράδυ ως το πρωί
κάλλιο είχε μάσα και πιοτί
κι ένα υπνάκι
καλό ανθρωπάκι.


Μια στροφή στους στίχους του τραγουδιού «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή», που υποβλήθηκαν, ενόχλησε την επιτροπή λογοκρισίας επειδή έθιγε τους ... συμμάχους μας Γερμανούς και έτσι το τραγούδι δισκογραφήθηκε – το 1965 και αυτό – χωρίς την επίμαχη στροφή. Τη θυμίζουμε και αυτή:


Γνώριζες τα βήματα, ξέκρινα τους ήχους
και μπογιές ‘τοιμάζαμε με σβηστή φωνή
τις βραδιές συνθήματα γράφαμε στους τοίχους
πέφταμε φωνάζοντας κάτω οι Γερμανοί!


Ηθικά και κοινωνικά ήσαν τα κριτήρια που εφάρμοσαν οι λογοκριτές σε δυο τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Το «Ο Τζώννης ο Μπόγιας» από τον κύκλο Μυθολογία σε στίχους Νίκου Γκάτσου – εκδόθηκε το 1966 - και η «Μαύρη Φορντ», σε στίχους του ίδιου του Χατζιδάκι από την Οδό Ονείρων – πρωτοπαρουσιάστηκε και ηχογραφήθηκε το 1962. Τραγελαφική μπορεί να χαρακτηριστεί η περίπτωση του πρώτου. Η επιτροπή λογοκρισίας επέτρεψε αρχικά τη δισκογράφησή του, παρά τους εξαιρετικά τολμηρούς και βίαιους στίχους του:


Ο Τζώνης είμαι ο μπόγιας
χάϊχο χάϊχο
τη μάνα μου έχω σφάξει
χάϊχο χάϊχο.


Ο δίσκος κυκλοφόρησε, με τα δώδεκα τραγούδια του κύκλου – έξι από κάθε πλευρά - μετά μερικές μέρες, όμως, με άνωθεν εντολή, αποσύρθηκε από την αγορά για να ξανακυκλοφορήσει χωρίς το επίμαχο τραγούδι. Το αστείο είναι ότι ενώ έλειπε το τραγούδι στη νέα έκδοση ο φάκελος και η ετικέτα του δίσκου το ανέφεραν σαν να υπάρχει!


Στην περίπτωση του τραγουδιού «Η Μαύρη Φορντ» η λογοκρισία λειτούργησε κατασταλτικά. Ενώ στη δισκογραφική έκδοση με τα τραγούδια και τη μουσική της ιστορικής παράστασης το τραγούδι υπάρχει, απαγορεύτηκε να μεταδίδεται από το ραδιόφωνο λόγω της ... ανηθικότητας των στίχων του:


Αχ τι κακό, αχ τι κακό!
Μέσα στη Φορντ ένα βράδυ μαγικό!
Αχ τι κακό, αχ τι κακό!
Έχασα κάτι που το είχα φυλαχτό!

 

Και ιδού και ένα παράδειγμα επιβολής λογοκρισίας – κατασταλτική και αυτή – στην προ δικτατορίας περίοδο με κριτήρια ... αισθητικά:

Ο κύκλος τραγουδιών Λιποτάκτες του Μίκη Θεοδωράκη, σε ποίηση του αδελφού του Γιάννη, ερμηνευμένος από τον ίδιο, είχε απαγορευτεί να μεταδίδεται από το ΕΙΡ, το 1965, όταν διευθυντής του ήταν ο Σάκης Πεπονής, με την αιτιολογία ότι
ο τραγουδιστής ήταν φάλτσος!

 

Αλλά όπως προαναφέρθηκε η λογοκρισία λειτούργησε και με τις δυο μορφές της – προληπτικά και κατασταλτικά – και μετά την αποκατάσταση (;) της Δημοκρατίας το 1974. Δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν, εν προκειμένω, τα τραγούδια «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο», που συνέθεσε ο Διονύσης Σαββόπουλος, σε δικούς του στίχους, για την έκδοση Ρεζέρβα, που κυκλοφόρησε στα τέλη του 1979, και «Υπεραγορά Ι», το οποίο συνέθεσε η Λένα Πλάτωνος, σε δικούς της στίχους, για τη δισκογραφική έκδοση Μη μου τους κύκλους τάρατε, που κυκλοφόρησε το 1991. Το τραγούδι του Σαββόπουλου μεταδόθηκε, πριν μάλιστα κυκλοφορήσει ο δίσκος, από το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας όταν διευθυντής του ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Η μετάδοσή του προκάλεσε πλείστες όσες αντιδράσεις από αρμόδιους και αναρμόδιους που ζήτησαν να μην ξαναμεταδοθεί – κατασταλτική επίδειξη λογοκρισίας.

 

Ο Χατζιδάκις όμως με τον ευφυή τρόπο του προκάλεσε την μετάδοση του τραγουδιού και άλλες φορές, χωρίς συνέπειες, αγνοώντας τις άνωθεν προσπάθειες νουθεσίας. Το τραγούδι της Πλάτωνος λογοκρίθηκε, προληπτικά, με την απόφαση της επιτροπής του Υπουργείου Προεδρίας που είχε Αριθμό Πρωτοκόλλου 23015/Ζ1/2173/1991, επειδή οι στίχοι του θεωρήθηκαν βλάσφημοι, αφού παρήλλασσαν με «ανεπίτρεπτο και προκλητικό» τρόπο το Σύμβολο της Πίστεως – Πιστεύω. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε τελικώς χωρίς τους επίμαχους στίχους – υπήρχαν στο τραγούδι κι άλλοι στίχοι, οι οποίοι ηχογραφήθηκαν κανονικά. Στη θέση των στίχων που λογοκρίθηκαν ακούγεται μόνο η μουσική. Ωστόσο, ο ασυμβίβαστος με παρόμοιες καταστάσεις ακροατής μπορούσε να διαβάζει τους στίχους αυτούς ακούγοντας το τραγούδι, μια και υπήρχαν στο ένθετο.

 

Αυτονόητο είναι ότι με την επιβολή της δικτατορίας οι απαγορεύσεις που προϋπήρχαν διατηρήθηκαν και επεκτάθηκαν, ενώ τα κριτήρια διογκώθηκαν και έγιναν απροκάλυπτα. Σχεδόν αμέσως μετά την κήρυξη της δικτατορίας απαγορεύτηκε, όπως αναμενόταν, με διάταγμα του Στρατηγού Αγγελή «... η ανατύπωσις ή η εκτέλεσις της μουσικής και των ασμάτων του κομμουνιστού συνθέτου Μίκη Θεοδωράκη...». Προσοχή! Αναφέρονται όχι μόνον τα τραγούδια αλλά και η μουσική του Μίκη. Δηλαδή όλα τα αμιγώς οργανικά λόγια έργα του – χωρίς στίχο δηλαδή - που είχαν δισκογραφηθεί μέχρι τότε, όπως π.χ. ο Οιδίπους Τύραννος, οι Σονατίνες για βιολί και πιάνο, το μπαλέτο Ελληνική Αποκριά, απαγορευόταν να μεταδοθούν, καθώς και όλα τα ανάλογα του καταλόγου της εργογραφίας του απαγορευόταν να ερμηνευτούν.

 

Και να ήταν μόνον αυτό; Όχι μόνον απαγορεύτηκε κάθε αριστερός ή αριστερίζων, αλλά και κάθε Σοβιετικός, Ρώσος ή φυλετικά συγγενής. Ούτε Τσαϊκόφσκυ, ούτε Προκόφιεφ, ούτε Σοστακόβιτς, ούτε καν Ντβόρζακ επιτρεπόταν να μεταδοθεί από το τότε ελληνικό ραδιόφωνο! Για τους ... Κινέζους συνθέτες δεν υπήρχε καμιά οδηγία, αφού μουσική τους δεν μεταδιδόταν τότε από το ελληνικό ραδιόφωνο. Άλλωστε και σήμερα σπανίως μεταδίδεται.

 

Γνωρίζοντας εκ των προτέρων την τύχη που θα είχαν τραγούδια με πολιτικοκοινωνικούς στίχους αρκετοί δημιουργοί της εποχής εκείνης δεν έκαναν βεβαίως τον κόπο να τα υποβάλλουν προς έγκριση στην αρμόδια επιτροπή. Υπήρχαν παραδείγματα προληπτικής λογοκρισίας, που προκαλούν μειδιάματα αν όχι γέλωτες, που προϊδέαζαν για τη σίγουρη τύχη τέτοιων τραγουδιών. Αναφέρουμε ενδεικτικά το τραγούδι «Να ‘τανε το 21» του Σταύρου Κουγιουμτζή σε στίχους της Σώτιας Τσώτου. Οι αρχικοί στίχοι του εμπεριείχαν κάπου τη φράση «... και να κρατάω τις νύχτες με τ’ άστρα, μια Τουρκοπούλα αγκαλιά». Με αυτούς πρωτοηχογραφήθηκε το 1969 σε δίσκο 45 στροφών με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα. Η εν λόγω φράση ενόχλησε τους ... καλούς γείτονες, οι οποίοι με διάβημά τους πέτυχαν την απόσυρση του δίσκου από την αγορά και με απόφαση της επιτροπής λογοκρισίας το τραγούδι την ξαναηχογραφήθηκε με αλλαγμένη τη φράση σε «... και να κρατάω τις νύχτες με τ’ άστρα, μια ομορφούλα αγκαλιά»! Τυχεροί όσοι έχουν εκείνη την πρώτη έκδοση, η οποία είναι βεβαίως συλλεκτική και αξίζει πολλά.

 

Κατόπιν αυτών ήταν σίγουρο ότι καμιά τύχη δεν θα είχαν ο κύκλος Καπνισμένο Τσουκάλι του Χρήστου Λεοντή σε ποίηση του (κομμουνιστή) Γιάννη Ρίτσου ή τα τραγούδια – και τα δυο σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη - «Το ακορντεόν» σε μουσική του Μάνου Λοΐζου – «... γερμανικά καμιόνια στάθηκαν στη μάντρα και μια ριπή σταμάτησε τ’ ακορντεόν», πάλι οι σύμμαχοι Γερμανοί, μεγάλη η ... χάρη τους - και «Το δίλημμα» σε μουσική Λουκιανού Κηλαηδόνη - η επωδός του (ρεφρέν στα ... νεοελληνικά, να μη ξεχνιόμαστε) είναι χαρακτηριστική: «Μου ‘παν θα βγεις απ’ τη δουλειά σου, αν πας με την αριστερά, το ζύγισα έτσι κι αλλιώς κ’ είπα πως είμαι δεξιός». Γι'αυτό μαζί με αρκετά άλλα δεν υποβλήθηκαν καν στην επιτροπή λογοκρισίας. Η τύχη τους ήταν προδιαγεγραμμένη.

 

Ιδιάζουσα περίπτωση η οποία αξίζει να αναφερθεί αποτελούν οι κύκλοι τραγουδιών Ο Δρόμος και Μίλα μου για τη λευτεριά των Μίμη Πλέσσα - Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ο Δρόμος εκδόθηκε δισκογραφημένος τον Απρίλιο του 1969. Απέκτησε αμέσως εξαιρετική δημοτικότητα – και ευπώλητος, αλλά και ραδιοφωνικά επιτυχημένος ήταν, καθώς όλα τα τραγούδια του μεταδίδονταν συνεχώς. Οι δυο δημιουργοί ετοίμασαν μουσικοθεατρική παράσταση με ίδιο όνομα, εμπλουτίζοντάς τη με νέα τραγούδια ίδιων προδιαγραφών που τα προόριζαν για δισκογράφηση, ως συνέχεια και συμπλήρωμα του επιτυχημένου κύκλου. Το θεατρικό έργο άρχισε να παρουσιάζεται με μεγάλη επιτυχία τον Ιανουάριο του 1970. Κάποια, ωστόσο, από τα νέα τραγούδια, όπως το «Μίλα μου για τη λευτεριά» και το «Φεγγάρι μου φυλακισμένο», ενόχλησαν σφόδρα τους κρατούντες που έδωσαν εντολή να σταματήσουν οι παραστάσεις. Αμέσως απαγορεύτηκε και η μετάδοση από το ραδιόφωνο κάποιων από τα δισκογραφημένα τραγούδια – «Το άγαλμα» και το «Ξημερώνει Κυριακή» ήσαν δυο από αυτά – μολονότι μέχρι τότε μεταδιδόντουσαν απρόσκοπτα! Αυτονόητα τα νέα τραγούδια δεν υποβλήθηκαν στην επιτροπή για να εγκρίνει τη δισκογράφησή τους, παρά μόνο μετά την πτώση της Χούντας. – ο κύκλος Μίλα μου για τη λευτεριά εκδόθηκε δισκογραφημένος τον Οκτώβριο του 1974.

 


Την ευθύνη της λογοκρισίας στο ραδιόφωνο με την κήρυξη της Δικτατορίας είχαν αναλάβει κάποιοι καραβανάδες, με επικεφαλής τον περιβόητο ταγματάρχη Λούκουτο. Θα χρειαζόταν μάλλον ... ψυχιατρική ανάλυση για να γίνουν αντιληπτά τα κριτήρια με τα οποία ενεργούσαν. Το ρεμπέτικο και το αμιγώς λαϊκό ήσαν απαγορευμένα, μια και «ενοχλούσε» γενικώς ο ήχος του μπουζουκιού. Είχαν απαγορευτεί, όπως θυμίζει ο Γιώργος Παπαστεφάνου, ακόμη και οι Έξι λαϊκές ζωγραφιές του Μάνου Χατζιδάκι με την αιτιολογία ότι ήταν έργο εμπνευσμένο από το ρεμπέτικο!

Τα τραγούδια των μπουάτ επίσης, γιατί υπήρχε η αντίληψη ότι σε τέτοιους χώρους εξυφαίνοντο ... συνωμοσίες κατά του καθεστώτος. Τα ροκ τραγούδια, ήσαν απαγορευμένα κι αυτά, μια και ήταν συνδεδεμένα με τα ναρκωτικά!


Τραγούδια του Γιώργου Ζαμπέτα, του Άκη Πάνου, του Γιώργου Μητσάκη, του Απόστολου Καλδάρα απαγορεύτηκαν προφανώς λόγω το λαϊκού τους ηχοχρώματος. Το ίδιο και τραγούδια παρόμοιας αισθητικής που ερμήνευαν λαϊκοί τραγουδιστές όπως η Βίκυ Μοσχολιού, η Μαρινέλλα, ο Γιάννης Πουλόπουλος. Τα τραγούδια που ερμήνευε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, και άλλων τραγουδοποιών αλλά και τα δικά του τα ελαφρά-αισθηματικά, όπως το «Επίσημη αγαπημένη», το «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα» ή το «Μια γυναίκα φεύγει», υποθέτει κανείς, σωστά, ότι απαγορεύτηκαν επειδή ο τραγουδιστής υπήρξε προδικτατορικά βασικός ερμηνευτής τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη.

 

Το «Άπονη ζωή» των Σταύρου Ξαρχάκου – Λευτέρη Παπαδόπουλου είχε απαγορευτεί και λόγω του ερμηνευτή του και λόγω των κοινωνικών προεκτάσεων των στίχων του. Για τους στίχους τους είχαν απαγορευτεί τραγούδια όπως τα «Σαββάτο απόγιομα» και «Θυμάσαι» των Νότη Μαυρουδή και Γιάννη Κακουλίδη – πολιτικοί στη μια περίπτωση, αντιπολεμικοί στην άλλη.

 

 

Το «Φέρτε μου ένα μαντολίνο» του Μάνου Χατζιδάκι, όμως, γιατί είχε απαγορευτεί; Η αιτιολογία είναι απίστευτη, είναι, ωστόσο, αληθινή: γιατί το μαντολίνο θύμιζε σε κάποιους μπουζούκι!!! Εδώ η ... επιστήμη σηκώνει τα χέρια της.

 

Κυριαρχούσε ο παραλογισμός. Μεγάλος αριθμός τραγουδιών είχε δυσεξήγητα απαγορευτεί. Το αρρωστημένο μυαλό των «απαγορεύουμε και διατάσσουμε» εντόπιζε σχεδόν παντού κάτι ύποπτο. Απαγορεύτηκε το βραβευμένο στο Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού Θεσσαλονίκης (1963) «Πέταξ’ ένα πουλί» των Κώστα Κλάβα-Αλέξη Αλεξόπουλου, γιατί κάποιος σκέφτηκε ότι προσβάλει το πουλί της... Εθνοσωτηρίου Επαναστάσεως.

 

 Απαγορεύτηκε το επίσης βραβευμένο στο Φεστιβάλ (1972) «Αν ήμουν πλούσιος» των Δώρου Γεωργιάδη - Σώτιας Τσώτου γιατί θεωρήθηκαν ύποπτοι οι αρχικοί στίχοι του «Μεσάνυχτα στη γειτονία, η φτώχεια, η γρίπη, η παγωνιά, κι ο πολιτσμάνος στη γωνιά μες στο χιονιά». Άλλο ένα βραβευμένο τραγούδι στο Φεστιβάλ με όνομα «Το φτωχόπαιδο» (1965) του καλού και σεμνού τραγουδοποιού Σπήλιου Μεντή, απαγορεύτηκε προφανώς γιατί τα λόγια του έφεραν την υπογραφή του Γιάννη Ρίτσου.

 

«Τα Παιδιά του Πειραιά» του Μάνου Χατζιδάκι στην ποπ ερμηνεία τους με τη Ζωίτσα Κουρούκλη γιατί απαγορεύτηκαν; Και πολύ περισσότερο απορεί κανείς με την απαγόρευση ενός μικρού δίσκου με δυο τραγούδια τα οποία ερμήνευε ο Κώστας Βενετσάνος, που σίγουρα δεν είχε διακριθεί σε ... αντιχουντικούς αγώνες. Αν καλοεξετάσει, όμως, κάποιος τα δυο τραγούδια θα δει ότι το ένα από αυτά, το οποίο είχαν υπογράψει ο Γιώργος Κριμιζάκης και η Σώτια Τσώτου είχε όνομα «Στέλλα»! Και κάποιος στο ΕΙΡ θυμήθηκε τη φράση «Φύγε Στέλλα, κρατάω μαχαίρι!». Αυτός ήταν μάλλον και ο λόγος που είχαν απαγορευτεί και «Τα Παιδιά του Πειραιά» του Χατζιδάκι.

 

Η πρώτη ενέργεια των λογοκριτών του ΕΙΡ, όταν ανακάλυπταν κάποιο «ύποπτο» τραγούδι, ήταν να σφραγίσουν τα εξώφυλλα, τις θήκες και τις ετικέτες των δίσκων με την τυπική σφραγίδα «Απαγορεύεται». Όμως ήθελαν να είναι σίγουροι ότι θα εμποδίσουν έστω και κάποια ... λαθραία μετάδοσή του, στις 4:00 π.χ. τα ξημερώματα. Επινόησαν λοιπόν, για να αποφευχθεί κάποιο τέτοιο ατόπημα, διάφορους τρόπους – εκτός βεβαίως από τον προφανή και απλό της ολοσχερούς καταστροφής του δίσκου με τη χρήση ενός σφυριού! Χάραζαν την επιφάνεια των δίσκων με αιχμηρά αντικείμενα, κολλούσαν σε αυτή λευκοπλάστ ή μονωτική ταινία, ακόμη και πυκνή μπογιά χρησιμοποιούσαν για να τη βάψουν! Πολλοί τέτοιοι λαβωμένοι δίσκοι, 45 στροφών κυρίως, υπάρχουν ακόμη στη δισκοθήκη του Ραδιομεγάρου της Αγίας Παρασκευής – ΕΡΤ, ΝΕΡΙΤ, όπως θέλετε πέστε το – απόδειξη και μνημείο συνάμα βλακείας, βαρβαρότητας, ακόμη και διαστροφής.

 

Καθώς έρχονται στη μνήμη όλα αυτά, σκεφτόμαστε ότι είναι τυχερή η Ελευθερία Αρβανιτάκη, που, μικρή ούσα εκείνα τα πέτρινα χρόνια, δεν τραγουδούσε επαγγελματικά, ούτε είχε αρχίσει να ηχογραφεί. Οι φωστήρες-λογοκριτές της εποχής θα ήσαν ικανοί να απαγορεύσουν το τραγούδι της μόνο και μόνον εξαιτίας του βαφτιστικού της ονόματος!

 

[Οι συναυλίες του ΜΜΑ θα πραγματοποιηθούν με την αρωγή του Παντελή Βούλγαρη – σκηνοθεσία και επιμέλεια οπτικού υλικού που θα προβάλλεται σε συνεχή ροή – του Μανόλη Ανδρουλιδάκη – ενορχηστρώσεις – και του συντάκτη του παρόντος – ιστορική έρευνα και συμβολή στη διαμόρφωση του προγράμματος. Το συντονισμό της παραγωγής, που δεν ήταν καθόλου εύκολος, έκανε η εταιρεία LAVRIS LTD]