Αφανείς ήρωες της μουσικής. Απ’ όλους τους χώρους του ελληνικού τραγουδιού. Αυτοί που έχουμε ακούσει τραγούδια τους, μας έχει συντροφέψει η μουσική τους σε διάφορες καταστάσεις, αλλά ούτε το όνομά τους γνωρίζουμε καλά-καλά, ούτε το έργο τους έχουμε ψάξει σε βάθος. Και δε μιλάω για τους απλούς ακροατές ή τους καταναλωτές της μουσικής. Μιλάω για τους ανθρώπους του μουσικού χώρου. Γενικότερα.

 

Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, για το χώρο που εκπροσωπούσε ο Γεράσιμος Λαβράνος που έφυγε πριν από λίγες μέρες υπάρχει ένα ζήτημα ως προς την έρευνα. Είναι λίγες οι δισκογραφημένες ηχογραφήσεις που υπάρχουν σε σχέση με το συνολικό έργο αυτών των ανθρώπων και την προσφορά τους. Συνήθως αυτοί που ξέρουν περισσότερα για τους παλιότερους μουσικούς είναι οι ομότεχνοί τους. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους σύγχρονούς τους, αλλά και στους νεότερους. Αυτοί είναι που ερευνούν και μελετούν με μουσικό αυτί τις παλιότερες ηχογραφήσεις – όταν τις βρίσκουν - και αποθησαυρίζουν τον πλούτο που έχουν στα παιξίματά τους οι προηγηθέντες στο χώρο συνάδελφοί τους.

 

Τις τελευταίες δεκαετίες και, κυρίως από την εποχή του μεγάλου δίσκου και του cd, είναι αρκετοί οι σολιστικοί δίσκοι με οργανικά κομμάτια. Τα πρώτα χρόνια όμως δεν ήταν έτσι. Εκτός από φωτεινές εξαιρέσεις (π.χ. «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» του Μάνου Χατζιδάκι, αλλά και ορχηστρικούς δίσκους του Σταύρου Ξαρχάκου ή λίγα soundtracks), δεν είναι τόσο πολλές οι περιπτώσεις των οργανικών δίσκων που να δείχνουν την ικανότητα του συνθέτη ή του ενορχηστρωτή και τη δουλειά των μουσικών. Πολλές φορές ως ορχηστρικοί δίσκοι θεωρούντο οι δίσκοι που περιείχαν γνωστά ελληνικά τραγούδια παιγμένα συμβατικά για τουριστική κατανάλωση. Είναι άλλο πράγμα όμως η οργανική μουσική που θα παίζεται ως «χαλί» σε διάφορους χώρους και άλλο η οργανική μουσική που θα σου τραβήξει την προσοχή και θα απαιτήσει την προσήλωσή σου σ’ αυτή.

 

Τα ακόμα παλιότερα χρόνια των 78 και των 45 στροφών τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα. Βλέπετε, για τις δισκογραφικές εταιρείες τότε, αυτοί οι άνθρωποι ήταν πιο χρήσιμοι ως συνθέτες τραγουδιών. Το όποιο άλλο μουσικό τους ταλέντο βρίσκεται σήμερα καλά κλεισμένο στις ταινίες του Αρχείου της Ελληνικής Ραδιοφωνίας ή στις ηχητικές μπάντες των παλιών ελληνικών ταινιών.

 

Κι ενώ τα τελευταία χρόνια ψάχνουμε ηχογραφήσεις από μεγάλες ορχήστρες του εξωτερικού και σπάνια soundtracks για να ακούσουμε “easy listening” ή “lounge music”, το είδος αυτό υπήρχε και στην Ελλάδα εδώ και πολλές δεκαετίες. Για να μη φοβόμαστε τις λέξεις και τους όρους, οι άνθρωποι αυτοί, που μουσικά δραστηριοποιούνται μέσα στο χώρο του ελαφρού  τραγουδιού, στην ουσία έπαιξαν ελληνική τζαζ. Άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο. Άλλος με μικρό προσωπικό σχήμα, άλλος διευθύνοντας μεγάλη ορχήστρα.

 

Επιτρέψτε μου να αναφέρω κάποια ονόματα από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 μέχρι και τις αρχές της  δεκαετίας του 1960, χωρίς χρονολογική ή σειρά αξιολόγησης και με τον κίνδυνο πάντα να μείνουν εκτός και άλλοι από τον ίδιο χώρο: Γιάννης Σπάρτακος, Μίμης Πλέσσας, Γεράσιμος Λαβράνος, Κώστας Καπνίσης, Γιώργος Μουζάκης, Κώστας Κλάββας, Νίκυ Γιάκοβλεφ, Γιώργος Θεοδοσιάδης, Γιάννης Σακελλαρίδης, Σπύρος Πιπεράκης, Σταύρος Ρουχωτάς, Ηρακλής Θεοφανίδης, Λέανδρος Κοκκόρης, Θέμης Ρούσσος, Γιώργος Καρδάμης, Ανδρέας Οικονόμου, Τέλης Αποστολάκος,... Και δίπλα τους πολύ περισσότεροι ταλαντούχοι σολίστες που αναδείχθηκαν μέσα από αυτά τα μουσικά σχήματα: Μανώλης Μικέλης, Νίκος Λαβράνος, Τίτος Καλλίρης και τόσοι άλλοι... 

 

Σίγουρα από την παράθεση αυτή των ονομάτων κάποιοι έχουν συνδεθεί περισσότερο με το είδος ως προς το ηχόχρωμα που έδιναν μόνιμα στις ορχήστρες τους, ενώ άλλοι συνέθεσαν απλά κάποια τραγούδια - μεταξύ πολλών άλλων - σε jazz ρυθμούς. Ακόμα, κάποιοι από αυτούς είναι πασίγνωστοι για τα δεκάδες τραγούδια τους, ενώ άλλοι έχουν δει το όνομά τους ως συνθέτες σε ελάχιστα δισκάκια 45 στροφών της εποχής, ενώ έχουν αφήσει πλούσιο έργο στο ραδιόφωνο ως μαέστροι ή ενορχηστρωτές, όπως π.χ. ο Γιάννης Σακελλαρίδης, γιος του παλιότερου μεγάλου συνθέτη της ελληνικής οπερέτας – και όχι μόνο – Θεόφραστου Σακελλαρίδη.

 

Ας έρθουμε όμως στο σήμερα. Στο σήμερα που η μόδα του swing έχει κάνει πολλούς νέους μουσικούς να στραφούν σε αυτό το ρεπερτόριο. Άλλες φορές γίνεται άκριτα, άλλες φορές με φιλτράρισμα. Το θέμα άλλωστε με τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις απλές επανεκτελέσεις και τις ψαγμένες διασκευές είναι τεράστιο και ξεφεύγει από τις προθέσεις αυτού του κειμένου.

 

Για μένα το ζήτημα έγκειται πάντα στην αλήθεια και την ειλικρίνεια των προθέσεων. Θέλουμε να παίξουμε παλιά τραγούδια διηθημένα μέσα από το προσωπικό μας στυλ, αναδεικνύοντας και αυτά και τους εαυτούς μας ή μας ενδιαφέρει να ξαναπαίξουμε ένα παλιό τραγούδι απλά και μόνο για να υπάρξουμε μέσα στη μόδα της εποχής, για όσο κρατήσει; Η Coco Chanel έλεγε «Η μόδα περνά, το στυλ διαρκεί». Διαλέγετε και παίρνετε.