“Ό,τι ακουμπας, ό,τι βλέπεις, ό,τι γεύεσαι, ό,τι αισθάνεσαι, ό,τι αμφισβητείς, ό,τι καταστρέφεις(…), Ό,τι είναι τώρα, ό,τι είναι και πριν, ό,τι πρόκειται να’ρθει, Όλα κάτω από τον ήλιο είναι μελοποιημένα…” Pink Floyd (Eclipse). Ποιήματα που μεταμορφώνονται σε τραγούδια και τραγούδια που μοιάζουν με ποίηση αλλάζουν για λίγο τη θέαση για τη μουσική αλλά και τον κόσμο δείχνοντας πιθανές (δι)εξόδους ασφαλείας, ειδικά σε εποχές παράξενες...

Μάλλον κάτι ανάλογο πιστεύουν και οι Γάλλοι, οι οποίοι τα τελευταία 15 χρόνια έχουν καθιερώσει την Άνοιξη των Ποιητών, ένα σπουδαίο καλλιτεχνικό γεγονός που κάθε χρόνο παρουσιάζει και μία διαφορετική θεματική. Φέτος έχει ως κεντρικό άξονα Τις φωνές της Ποίησης, αντανακλώντας την κοινωνική ανάγκη για φωνές που έχουν μία βαρύνουσα σημασία σε περιόδους ανθρωπιστικών κρίσεων. Όπως αναφέρει και ο καλλιτεχνικός διευθυντής της οργάνωσης Ζαν Πιερ Σιμεόν (Εφημ.Των Συντακτών) «Οι φωνές της ποίησης προβάλλουν την εσωτερική φωνή του ποιητή, η οποία απαντά στις φωνές του κόσμου. (…) Η ποίηση διεκδικεί ένα σύνδεσμο με την ομορφιά, την αλληλεγγύη ανάμεσα στους πολίτες, στους ανθρώπους».

 

Στο παρελθόν πολλοί μουσικοί έχουν αξιοποιήσει τη δυναμική του ποιητικού λόγου, κάνοντας την ποίηση τραγούδι ή το αντίστροφο, μάλιστα θεωρήθηκε πως κάποιοι είχαν το χάρισμα να μετατρέπουν το έργο τους στην πιο σύγχρονη μορφή ποίησης. Βέβαια, για κάθε περίπτωση οι απόψεις διίστανται…

 

Η δεκαετία του ’60 και του ’70 προσφέρεται για τέτοιου είδους συσχετισμούς, καθώς ήταν η εποχή των πρώτων πειραματισμών και της απενοχοποιημένης έκφρασης που έδινε περιθώρια εξέλιξης σε όσους το επιθυμούσαν. Οι λεγόμενοι καταραμένοι ποιητές απέκτησαν σε εκείνη τη γενιά το πιο φανατικό τους κοινό, ενώ παράλληλα οι καλλιτέχνες που είχαν μυηθεί στον πρωτόγνωρο κόσμο τους, μετέφεραν αυτές τις εικόνες στη μουσική τους. Τόλμησαν να μιλήσουν ξεκάθαρα για την κοινωνία, την πολιτική, τους εθισμούς και τα δικαιώματα, διαμορφώνοντας έτσι τη λεγόμενη μουσική ποίηση της πόλης.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι Doors που ξεπήδησαν στα μέσα του ’60, κερδίζοντας γρήγορα μία θέση ανάμεσα στα συγκροτήματα που δεν επρόκειτο να ξεχαστούν. Με κεντρική φιγούρα τον Jim Morisson ανήκαν στη λεγόμενη μπιτ γενιά και πολύ σύντομα δημιούργησαν ένα μύθο γύρω από το όνομα τους. Επηρεασμένοι από το ρεύμα της εποχής, έφτιαχναν σύντομους στίχους, οι οποίοι θεωρήθηκαν ως στιγμιαίες εκλάμψεις ποίησης, πλαισιωμένες μέσα σε μεγάλα διαστήματα καταιγιστικής μουσικής. Ακολούθησαν τα βήματα που επέβαλλαν οι κοινωνικές ανακατατάξεις μιας κοινωνίας που ζητούσε ριζικές αλλαγές και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Ωστόσο, οι Doors που πήραν το όνομα τους από μία φράση του William Blake ολοκλήρωσαν πολύ νωρίς την πορεία τους, γεγονός όμως που μάλλον ενίσχυσε τη φήμη τους…

 

Παράλληλους δρόμους είχαν και άλλοι καλλιτέχνες όπως ο Bob Dylan, ο οποίος αντλώντας έμπνευση από βιβλία του Έλιοτ και του Μπωντλαίρ δημιούργησε ένα προσωπικό κράμα λόγου και μουσικής, φλερτάροντας έντονα με την ποίηση. Έγραφε, διάβαζε και προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στους προσωπικές του εθισμούς… Εισήγαγε την απλότητα στη ροκ μουσική, κρατώντας μία κιθάρα και μερικούς καλούς στίχους για μόνη συντροφιά, τριγυρνώντας στους δρόμους της πόλης και αντιμετωπίζοντας την εσωστρέφεια που κατά καιρούς τον βύθιζε στον εαυτό του.

 

Η Pattie Smith από την άλλη υπήρξε η θηλυκή πλευρά της ροκ ή καλύτερα της πρώιμης πανκ μουσικής ποίησης της εποχής. Από νωρίς έδειξε πως ο δήθεν τρόπος έκφρασης και διαβίωσης δεν την αφορούσε. Μεγαλωμένη στο Νιου Τζέρσι βρέθηκε στο Παρίσι, ζώντας για λίγο ως πλανόδια τραγουδίστρια. Ζυμωμένη στις κοινωνικές διεργασίες, αφουγκραζόταν τις αλλαγές των καιρών και ύμνησε τον αναδυόμενο ωμό λυρισμό της πόλης, προσθέτοντας το όνομα της στη λίστα των καλλιτεχνών που καθορίστηκαν από τη διάδοση της κοφτής, άμεσης, πεζής ποίησης που αναγνωρίστηκε από το ευρύ κοινό πολλά χρόνια μετά τη γέννηση της.

 

Πολλοί από τους καλλιτέχνες εκείνης της γενιάς εξέδωσαν αργότερα δείγματα προσωπικής λογοτεχνίας και απέκτησαν εκτός από την ιδιότητα του μουσικού και αυτήν του συγγραφέα. Τραγούδησαν για τις ανησυχίες μίας γενιάς, για φανταστικούς τόπους που θα μπορούσαν να υπάρξουν μακριά από παλαιωμένες νοοτροπίες και επεκτατικές πολιτικές που διαχώριζαν ανθρώπους. Ερμήνευαν σκέψεις για έναν κόσμο χωρίς θρησκευτικούς και γεωγραφικούς περιορισμούς, όπως εκφράστηκαν από τον John Lennon στο Imagine...

 

Οι επιρροές που είχαν δεχτεί πολλοί μουσικοί από ποιητές και συγγραφείς, διαμόρφωσε την προσωπική πορεία του καθενός. Λέξεις γραμμένες από κάποιον σαν τον Αρθούρο Ρεμπώ κουβαλούσαν ένα είδος πρωτόγνωρης γοητείας για τους νέους –τότε- καλλιτέχνες, που βρήκαν τις αφορμές για να μιλήσουν με θάρρος και αναίδεια για όσα μέχρι πρότινος δίσταζαν.

 

Για το ψεύτικο πρόσωπο μίας κοινωνίας που διψούσε για λάμψη και καταξίωση, για ένα κύκλωμα που χαμογελούσε μπροστά από τα φλας των φωτογραφικών φακών αλλά χάνονταν μόλις έσβηναν τα φώτα, που μιλούσε για πολέμους σωτηρίας, αλλά αιχμαλώτιζε σκέψεις και έθνη. Η περίπτωση του Βιετνάμ είχε αφυπνίσει βίαια τους νέους της εποχής, που δε δέχονταν άλλες δικαιολογίες. Τίποτα δεν μπορούσε να είναι ίδιο…

 

Όπως άλλωστε είχαν τραγουδήσει και οι Doors, οι άνθρωποι ήταν πια παράξενοι και αν ήθελες να κάνεις κάτι για το αλλάξεις, έπρεπε να αρχίσεις πρώτα από τον εαυτό σου και να πάψεις να είσαι κι εσύ το ίδιο παράξενος…