Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία εντυπωσιακή μετατόπιση του κόσμου σε ιδεολογικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, αναιρώντας τις φαινομενικά σταθερές που υπήρχαν μέχρι πρότινος. Όσοι θα έπρεπε -και θα περίμενε κανείς- να πάρουν θέση, σιωπούν ή -ακόμα χειρότερα- αδρανούν, αφήνοντας τις καταστάσεις σχεδόν στην τύχη τους. Ευτυχώς, όμως, για τους υπόλοιπους, στον αντίποδα εκείνων που αδιαφορούν, ξεπηδούν οι μουσικές, που διηγούνται τα γεγονότα με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο…

Με αφορμή την πρόσφατη δήλωση του Manu Chao για τις εξορύξεις χρυσού, η αναδρομή σε μουσικές που στο παρελθόν εξέφρασαν την ανάγκη για αλλαγή όταν κανείς άλλος δεν πίστευε σε αυτήν, μοιάζει σχεδόν επιτακτική.

 

Κατά τη δεκαετία του ’70 λίγο μετά τον απόηχο των χίπις ξεπήδησε μέσα από τα σπάργανα της ροκ σκηνής η punk μουσική, εκπροσωπώντας εκείνους που είχαν απογοητευθεί από την εποχή που ζούσαν. Ο ήχος της punk έφτασε σαν μία κραυγή, που έδειχνε την αντίθεση μιας γενιάς για όσα συνέβαιναν σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Τα τραγούδια μιλούσαν για αλλαγές και δικαιώματα, ενώ οι εκφραστές της έδειχναν τη διαφορετικότητα τους μέσα από ένα ακραίο στυλ, τόσο ενδυματολογικό όσο και καλλιτεχνικό, το οποίο ίσως στα μάτια ορισμένων να μην λειτούργησε με τον πιο θετικό τρόπο. Χαρακτηρίστηκε ως το μουσικό ρεύμα του περιθωρίου, που δεν ανήκε στην αφρόκρεμα μίας καθωσπρέπει κοινωνίας… Ίσως και να είχε χαθεί στην ανωνυμία εάν δεν είχαν αναδυθεί συγκροτήματα όπως οι Sex Pistols, οι New York Dolls, οι Clash, που ανέδειξαν και διέδωσαν το νέο μουσικό κίνημα με τον λεγόμενο βρώμικο ήχο μέσα από τα τραγούδια τους.

 

Πληθωρισμός, ανεργία, μετανάστευση, απογοήτευση ήταν μόλις λίγα από τα χαρακτηριστικά της Αγγλίας και της Νέας Υόρκης του ’70 από όπου και ξεκίνησε γεωγραφικά η punk. Οι εκφραστές αυτού του μουσικού ρεύματος έψαχναν έναν άγριο, καινοτόμο και ακραίο τρόπο για να καθρεφτίσουν την ίδια τη βιαιότητα της κοινωνίας. Σύντομα καταιγιστικά λεπτά μουσικής, μουσικά όργανα, που -συνήθως- καταστρέφονταν προτού λήξει η συναυλία, εκκεντρικά στυλ, συνθήματα στους τοίχους, γκράφιτι, αγάπη για την ελευθερία του δρόμου, οργή και αντίδραση ήταν όλα όσα συνέθεταν τη γενική εικόνα του punk κινήματος. Οι στίχοι ήταν άμεσοι, απευθύνονταν στην καρδιά όσων ήθελαν να ακούσουν κάτω από τον θορυβώδη ήχο των μελωδιών και αναζητούσαν μία διέξοδο. Έδειχναν τις εναλλακτικές που υπήρχαν μακριά από τα στενά όρια μιας κοινωνίας που μιλούσε για δημοκρατία, αλλά στην πράξη προτιμούσε να λειτουργεί με όρους πελατειακούς, αναιρώντας θεσμούς, δικαιώματα και φέρνοντας σταδιακά την άνοιξη του καπιταλισμού.

 

Η λιτότητα της Αμερικής του ’60 και του ’70 βρήκε –εν μέρει- διέξοδο και δυναμική στην κραυγαλέα φασαρία της punkμουσικής, εκφράζοντας την ανάγκη για ελευθερία σε όλα τα επίπεδα… Η Αγγλία απάντησε με τους πρωτεργάτες Sex Pistols και συνέχισε με Clash, τους πολιτικοποιημένους εκφραστές αυτού του ρεύματος, που μίλησαν για το διττό πρόσωπο ενός κόσμου, που πολλά χρόνια μετά φαίνεται πως έχει αποκαλυφθεί. Άλλωστε, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως ό,τι συμβαίνει στον 21ο αιώνα, δεν προέκυψε ξαφνικά, αλλά έχει τις ρίζες του σε ζυμώσεις που χρονολογούνται αρκετές δεκαετίες πριν.

 

Ο σύγχρονος κόσμος του 2013, που βιώνει ανάλογες καταστάσεις ανελευθερίας και καταστολής, αναζητά κάτι να τον εμπνεύσει. Μουσικές, καλλιτέχνες που να διεκδικούν όλα εκείνα που ορισμένοι επιλέγουν να ξεχνούν. Την ελευθερία της έκφρασης, της εργασίας, της ιδιοκτησίας, του νερού…

 

Κι όπως είχε αναφέρει ο Joe Strummer σε μία live εμφάνιση των Clash: «αν δεν ξέρετε τι συμβαίνει, ρωτήστε τον διπλανό σας».