altΠρόσφατα είδα στο Youtube την Αρκούδα της Ελένης Βιτάλη σε μια επανεκτέλεση από το Σώτη Βολάνη. Θεωρώ αυτονόητο ότι ο καθείς μπορεί να φανταστεί την ενορχήστρωση, την ερμηνεία και την αισθητική της επανεκτέλεσης αυτής. Καλή; Κακή; Δεν έχει καμιά σημασία. Αντιγράφω (εις την ελληνικήν) μερικά σχόλια από τους ακροατές:

«ΠΕΕΕΣΤΑΑ ΣΩΤΗΗΗΗ!»
«Έλεος, τι παπαριά είναι αυτή;»
«α ρε Σώτη, πολύ σε πάω… είσαι αρκούδα»
«ούτε οι γύφτοι στα τσαντίρια δεν θα το ακούσουν»
«και την αρκουδαααα... να τη γαμήσωωω»
«ο Σώτης πάει από το κακό στο χειρότερο»
«η ακούδα είναι αρκούδα και η Βιτάλη είναι Βιτάλη»



Όλα τα παραπάνω μου έδωσαν τροφή για σκέψη. Καταρχάς, συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά πόσο μεγάλος ρουφιάνος είναι η μουσική σε ένα τραγούδι. Όταν ο ρυθμός είναι ωραίος και οι αρμονίες μαθηματικά μελετημένες ώστε να δημιουργούν έναν λαϊκό παλμό, τότε ο στίχος έρχεται σε δεύτερη μοίρα.
Πόσοι πραγματικά αντιλαμβάνονται τους στίχους της «Πριγκηπέσσας» του Σωκράτη Μάλαμα;
Γιατί ο Βολάνης επέλεξε την Αρκούδα και πόσο αντιλαμβάνεται το νόημά της ο ίδιος; Οι ευκολίες τύπου αντικαθιστώ τη λέξη «συνάδελφε» με τη λέξη «κουφάλα» δηλώνουν προφανώς ότι και ο ίδιος δεν έχει καταλάβει και πολλά.

Ο δε κόσμος είναι σε σύγχυση! Προκειμένου να τους πιάσεις όλους δεν πιάνεις κανέναν. Για τους σκυλάδες γίνεσαι αρκουδιάρης, για τους έντεχνους πιο σκυλάς και από ότι ήσουν πριν, και για μια μερίδα γίνεσαι κάποιος που τους λέει μάλλον κάτι πρωτότυπο, αλλά δεν το καταλαβαίνουν και πολύ. Νομίζω ότι εκεί που καταλήγει όλο αυτό είναι να ακούγεται ένα κομμάτι μαζικά πια μεν, με λάθος τρόπο δε.
Και είναι κρίμα γιατί τολμώ να πω ότι η Αρκούδα είναι ένα αριστούργημα.

Ο πεινασμένος δεν χρειάζεται χαβιάρι. Και οι αριστοκράτες πρέπει να μάθουν να τρώνε και με τα χέρια. Δεν ξέρω πώς κατάντησε το λαϊκό τραγούδι και οι ακροατές του να είναι τόσο πτωχοί τω πνεύματι, ενώ έχουν τόση αλήθεια και συναίσθημα μέσα τους και από την άλλη όσοι ξέρουν δύο πράγματα παραπάνω να μην μπορούν να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα, να νιώσουν δηλαδή λαϊκά. Στο κάτω κάτω, δεν φταίει ο μέσος λαϊκός ακροατής που από το «Σ άλλη διάσταση» του ζητείται να αντιληφθεί την Αρκούδα. Αν αυτό μπορούσε να συμβεί, τότε θα ήμουν πολύ χαρούμενη να ακούω και εμπνευσμένα τραγούδια στα σκυλάδικα. Αλλά δυστυχώς το καλό και ακατανόητο τραγούδι στο τέλος θα χαθεί μες την υπόλοιπη σαβούρα. Για να σε τρυπήσει ο λόγος ενός δυνατού τραγουδιού και να υψωθείς μαζί του πρέπει πρώτα να έχεις βουτήξει πολύ βαθειά μέσα του.

Χαίρομαι που ο Σώτης θέλησε να ψαχτεί, νιώθω όμως ότι το κομμάτι έχει πολύ παραπάνω βάθος από αυτό που είδε και έδωσε. Και η Βιτάλη λαϊκό παιδί είναι στο συναίσθημα, αλλά τα λόγια της τα σμίλεψε με κόπο και παιδεία. Εύχομαι κάθε φορά τουλάχιστον που το τραγουδά να αναφέρει το όνομά της γιατί απέχει παρασάγγας από τους υπόλοιπους δημιουργούς που τραγουδά και ευελπιστώ η επόμενη προσπάθεια διαφοροποίησης του να είναι καλύτερη για όλους. Κυρίως για τα τραγούδια που κουβαλά και αρθρώνει.