magic_fluteΑπ’ όλες τις γνωστές όπερες, εκείνη η οποία έχει χαρίσει ξεχωριστές συγκινήσεις στο γράφοντα είναι Ο μαγικός αυλός, το τελευταίο λυρικό δράμα του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Ο αυστριακός μουσουργός ολοκλήρωσε τη σύνθεσή του έργου του αυτού το 1791 και το πρωτοπαρουσίασε στις 30 Σεπτεμβρίου 1791 λίγο πριν την τόσο πρώιμη τελευτή του βίου του (5 Δεκεμβρίου 1791). Αξιοποιώντας τον γεμάτο τεκτονικούς συμβολισμούς μύθο του Εμάνουελ Σικανέντερ, ο Μότσαρτ έπλασε ένα από τα σημαντικότερα και γοητευτικότερα μουσικά έργα της εποχής του Διαφωτισμού, το οποίο αποδείχτηκε και σε ένα από τα δημοφιλέστερα, της όλης μουσικής δημιουργίας γενικότερα.

Οι «ξεχωριστές συγκινήσεις» που αναφέρονται στην αρχή του κειμένου, προήλθαν, πρέπει να διευκρινιστεί, από κάποιες αντισυμβατικές παρουσιάσεις του έργου. Αρκετές παραστάσεις του μας έχουν συγκινήσει, όπως και αρκετές ηχογραφήσεις του. Είναι όμως οι «άλλες» μορφές του αυτές που οδήγησαν σε υπερβατικές απολαύσεις, στο επέκεινα της αισθητικής συγκίνησης.

 

boxΜέχρι πρότινος δύο ήταν αυτές οι «άλλες» εκδοχές που μας προσέφεραν το διαφορετικό, το ιδιαίτερο. Η πρώτη ήταν η κινηματογραφημένη εκδοχή του Μαγικού αυλού από το μοναδικό Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Όταν την πρωτοείδαμε το 1975 νοιώσαμε αυτό που ένοιωσαν τόσοι άλλοι μουσόφιλοι: «Ακούγαμε Μότσαρτ και βλέπαμε Μπέργκμαν». Νοιώσαμε δηλαδή ότι η ομορφιά δεν τελειώνει ποτέ! Ο Μπέργκμαν δεν προσπάθησε να αναπτύξει το μύθο της όπερας σε εξωτερικούς φυσικούς χώρους, όπως έπραξαν σε αντίστοιχες προσεγγίσεις άλλων λυρικών δραμάτων, πολλοί συνάδελφοί του. Απλά σκηνοθέτησε ανέβασμα του έργου, σε σουηδική γλώσσα (!) και με αρκετές δικές του μικροεπεμβάσεις, σε ένα ομοίωμα του ιστορικού Θεάτρου της Στοκχόλμης Ντρότνινγκχολμ Παλλάς και … κινηματογράφησε την παράσταση! Και τα δυο, βεβαίως, με το δικό του μοναδικό τρόπο. Που ακόμη και μετά τόσα χρόνια παραμένει γοητευτικός, παραμένει ανεπανάληπτος, όπως συνεχίζει να μας θυμίζει η επεξεργασμένη με τις ζηλευτές προδιαγραφές της Criterion, σχετικά πρόσφατη μεταφορά του έργου σε DVD.

Η δεύτερη εναλλακτική εκδοχή του έργου, που επαγγέλθηκε το δικαίωμα στη διαφορά, ήταν η χορογραφημένη πρόταση του Μωρίς Μπεζάρ.  Πλασμένη για το δικό του μπαλέτο, το Μπαλέτο του 20ου Αιώνα το 1981, παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο, στις 2,3,4 και 5 Σεπτεμβρίου του 1982, ενταγμένη στις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Αθηνών. Ο πρωτοπόρος Μπεζάρ χορογράφησε με αριστουργηματικό τρόπο, ολόκληρη τη δίπρακτη αυτή όπερα του Μότσαρτ, αξιοποιώντας μιαν από τις πλέον δόκιμες-κλασικές δισκογραφήσεις της. Αυτή την οποία πραγμάτωσε το 1964 ο σπουδαίος αυστριακός αρχιμουσικός Καρλ Μπαιμ, διευθύνοντας εξαιρετικούς σολίστ και τη Φιλαρμονική του Βερολίνου. Όπως μας είχε εξομολογηθεί, κατ΄ ιδίαν, ο ίδιος ο Μωρίς Μπεζάρ, άκουσε όλες τις υπάρχουσες  τότε ηχογραφήσεις και κατέληξε σε αυτήν. Οι ρυθμοί, η ελαφράδα, οι εντάσεις, ο λυρισμός που επέβαλε ο Μπαίμ, ταίριαζαν απόλυτα στα οράματα του χορογράφου. Η μόνη επέμβαση του Μπεζάρ αφορούσε τον αφηγητή (Der Sprecher). Η φωνή αφηγείτο σε γαλλική γλώσσα και όχι σε γερμανική, όπως είναι το πρωτότυπο.  Το αποτέλεσμα ήταν πραγματικά συγκλονιστικό. Οι κινήσεις των χορευτών ήσαν τόσο εκφραστικές  και καλοδουλεμένες, που υπερκάλυπταν την  αναγκαία εκφραστικότητα των προσώπων, της φωνής, της κίνησης των αόρατων τραγουδιστών. Στη μνήμη έχει χαραχτεί ανεξίτηλα η σκηνή, από τη δεύτερη πράξη του έργου, όπου η Παμίνα πιστεύοντας ότι ο Ταμίνο δεν την αγαπά τραγουδά απελπισμένα (άρια Ach, ich fühl's, es ist verschwunden).  Οι κινήσεις των χεριών και μόνο της υπέροχης Σόναχ Μιρκ – Παμίνα στην κατά Μπεζάρ εκδοχή που παρακολουθήσαμε – μετέδιδαν στον θεατή με μοναδικό, και άκρως συγκινητικό,  τρόπο την αίσθηση της απελπισίας. Ανεπανάληπτη!

enasmagikosaulos_c_pappasΚαι να που πρόσφατα τρίτωσε το… καλό, μια και  χαρήκαμε, απολαύσαμε πιο σωστά, μιαν άλλη, διαφορετική προσέγγιση του Μαγικού αυλού. Αυτήν του Πήτερ Μπρουκ (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 2 Νοεμβρίου 2011). Θέλοντας να  αποστασιοποιηθεί από το αυστηρό πλαίσιο της όπερας, μολονότι σε αυτή βάσισε την πρότασή του, ο σπουδαίος θεατράνθρωπος ονόμασε τη δική του προσφορά Ένας μαγικός αυλός και όχι Ο μαγικός αυλός. Η επιλογή αυτή του έδωσε το δικαίωμα να εκφραστεί ελεύθερα, αποτάσσοντας τους ακαδημαϊσμούς  και την  υποχρέωση τού, συχνά δήθεν, σεβασμού προς το πρωτότυπο. Με αφαιρετική διάθεση, υποδειγματική λιτότητα και νεανικό ενθουσιασμό έστησε μια μουσικοθεατρική παράσταση αποθεωτική  της απλότητας και εξ αυτού γεμάτη με τη μαγεία της αμεσότητας. Έχοντας ως αρωγό της προσπάθειάς του το συνθέτη και πιανίστα Φρανκ Κράβτσικ, ο ογδονταεξάχρονος Μπρουκ, ανασκεύασε το μουσικό μέρος, αφαιρώντας και προσθέτοντας συνάμα, και μορφοποίησε ένα έργο δικό του, που είχε όμως ριζωμένα μέσα του βαθειά τα πολύχρωμα αρώματα και τα θεσπέσια χρώματα της μουσικής του Μότσαρτ. Αφαίρεσε σκηνές και  ρόλους, όπως αυτούς των τριών γυναικών, των τριών αγοριών, των τριών ιερέων, αλλά προσέθεσε στο μουσικό μέρος, συνεργαζόμενος, προφανώς, με τον Κράβτσικ, ερανίσματα από άλλες ταιριαστές μουσικές, που φέρουν όλες τους, πάντως, την υπογραφή του «Αγαπημένου των Θεών». Αναγνωρίσαμε την υπέροχη, μελαγχολική Φαντασία για πιάνο σε ρε ελάσσονα (έργο με αριθμό καταλόγου Καίχελ 397), το απλό, αλλά τόσο γοητευτικό θέμα, από το αργό μέρος του Κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα αρ. 27 (ΚV. 595)  καθώς και το τραγούδι Die Alte [Η ηλικιωμένη] (ΚV.517) που με σύνεση ήταν ενταγμένα στο έργο του Μπρουκ, χωρίς να αλλοιώνουν ούτε κατ’ ελάχιστον το μουσικό του χαρακτήρα.

enasmagikosaulos_c_pappas2Μολονότι τα σκηνικά ήσαν εξαιρετικά λιτά, ήσαν ιδιαιτέρως λειτουργικά. Όρθια μπαμπού, στηριγμένα σε ελαφρές βάσεις, μεταφέρονταν και τοποθετούνταν  από τους ίδιους του ερμηνευτές, δημιουργώντας έτσι ένα χωροταξικό πρόπλασμα, κάθε σκηνής. Δέκα ερμηνευτές θέλησε επί σκηνής ο Μπρουκ. Οι δυο αμιγώς ηθοποιοί είχαν βοηθητικό, πλην όμως λειτουργικότατο ρόλο. Οι επτά τραγουδιστές/ηθοποιοί ή ηθοποιοί/τραγουδιστές δεν διεκδίκησαν ούτε όσκαρ, ούτε γκράμι, με τις ερμηνείες τους. Αποτέλεσαν, όμως, ένα άκρως ομοιογενές σύνολο με εξαιρετικές, από κάθε άποψη, επιδόσεις. Ο δέκατος, άξιζε το … δέκα το καλό. Με τόνο μάλιστα! Δεν ήταν άλλος αυτός από τον συνθέτη-πιανίστα Φρανκ Κράβτσικ, ο οποίος και επιμελήθηκε τη μουσική προσαρμογή, για σόλο πιάνο, αλλά και την ερμήνευσε επί σκηνής, με απολαυστικό τρόπο. Ακάματος, οδηγούσε μουσικά, από το πιάνο του, την παράσταση επί ενενήντα λεπτά, χωρίς ανάσα σχεδόν, με λεπτότητα, χάρη, ρυθμική ενάργεια και διάφανη διάθεση αυτοσχεδιασμού. Ναι. Σε μιάμιση ώρα περιόρισε ο Μπρουκ τη διάρκεια της πρότασης του, μετατρέποντας μάλιστα το αρχικά δίπρακτο έργο σε μονόπρακτο. Όταν πληροφορηθήκαμε ότι η παράσταση στο ΜΜΑ θα άρχιζε στις 20:00 αντί του συνήθους 20:30, σκεφτήκαμε – έχοντας την εμπειρία του Μαχαμπαράτα - «καλά μεσάνυχτα». Κι όμως όχι! Η παράσταση είχε τελειώσει αρκετά πριν τις δέκα.

Με τον τρόπο του ο Μπρουκ, θέλησε να πλάσει μια παράσταση για όλους. Και για αυτούς που αγαπούν την όπερα, που απήλαυσαν μιαν εκδοχή σε ένα άλλο επίπεδο και με άλλες προεκτάσεις, αλλά και για αυτούς που δεν είναι εξοικειωμένοι με το είδος, μια και τους έδωσε την ευκαιρία να παρακολουθήσουν μια παράσταση άκρως ψυχαγωγική και καθόλου κουραστική.

Υ.Γ.: Η παράσταση της πρότασης του Πήτερ Μπρουκ, που παρακολουθήσαμε, ήταν η πρώτη από τις τέσσερις που παρουσιάστηκαν στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη στο ΜΜΑ. Η αίθουσα ήταν, δυστυχώς, μισογεμάτη – για να μην χρησιμοποιήσουμε το πιο απαισιόδοξο, μισοάδεια. Υπό άλλες συνθήκες τα εισιτήρια θα είχαν, σίγουρα, εξαφανιστεί άμα τη εμφανίσει. Σε εποχές οικονομικής δυσπραγίας, ου μην και ένδειας, ο Έλληνας πρέπει να διαλέξει. Ή άρτον ή θεάματα. Και τα δυο δεν γίνεται. Προφανώς δεν θα στερηθεί το εθνικό του… σπορ. Το φαγητό, δηλαδή…