Η ανακοίνωση του προγράμματος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών για την περίοδο 2018-2019 περιείχε πολλές ευχάριστες εκπλήξεις, ενδεικτικό της ιδιαίτερης εξωστρέφειας, η οποία χαρακτηρίζει τον πολιτιστικό φορέα, τα τελευταία χρόνια της οικονομικής κρίσης. Μια από αυτές, για πολλούς η μεγαλύτερη, ήταν ο κύκλος ρεσιτάλ της Ελίζαμπετ Λεόνσκαγια, στον οποίο η  μεγάλη κυρία του πιάνου θα ερμηνεύσει όλες τις Σονάτες του Φραντς Σούμπερτ (1797-1828). Προγραμματισμένα έξι ελκυστικά, συναρπαστικά ρεσιτάλ, τρία για την περίοδο 2018-19 και άλλα τρία για την επόμενη περίοδο 2019-20.

 

Γνήσια απόγονος της σπουδαίας ρωσικής-σοβιετικής σχολής πιάνου η Λεόνσκαγια αγάπησε αφειδώλευτα τα έργα για πιάνο/και με πιάνο των Βιεννέζων κλασικών και ρομαντικών μουσουργών, ιδίως εκείνα του Φραντς Σούμπερτ. Η αγάπη και η φροντίδα της για αυτά θέριεψε φυσιολογικά από το 1978 και μετά, αφού εκείνη τη χρονιά, σε ηλικία 33 χρόνων, εγκατέλειψε τη Σοβιετική Ένωση και εγκαταστάθηκε στη Βιέννη. Συνδυάζοντας τα πηγαία εκφραστικά της χαρίσματα και τη φυσική της δεξιότητα με την κατακτημένη τεχνική, αναδείχθηκε σε σπουδαία ερμηνεύτρια της μουσικής του πλέον γνήσιου Βιεννέζου συνθέτη, του Φραντς Σούμπερτ.

 

Το δηλώνει ποικιλοτρόπως «Κάθε φορά που επιστρέφω στον Σούμπερτ, συνειδητοποιώ πως ότι πιο βαθυστόχαστο το εκφράζει με το πιο ανάλαφρο άγγιγμα», οι δε ερμηνείες της αποτελούν στοχαστικά εγκώμια στη μουσική του εφάμιλλα εκείνων που ήσαν ή είναι εξ ορισμού ταγμένοι να την υπηρετήσουν. Όπως φερ’ ειπείν ο Βιεννέζος – ιδού το εξ ορισμού – πιανίστας Πάουλ Μπαντούρα-Σκόντα, τα δυο ρεσιτάλ του οποίου, με αποκλειστικά έργα του Σούμπερτ, στις 17 & 18 Φεβρουαρίου 2001, στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, του ΜΜΑ, παραμένουν αλησμόνητα σε όσους είχαν την τύχη να τα παρακολουθήσουν. Ερμήνευσε τότε τέσσερις Σονάτες του Σούμπερτ, τις D664, D850, D570/1 & D960 καθώς και την ξακουστή Φαντασία του Οδοιπόρου D760, πλαισιομένες από βαλς, Κομμάτια για πιάνο (D935/1) και τους τέσσερις Αυτοσχεδιασμούς (Op.90, D889). Η απόλαυση που προσέφερε ολοκληρώθηκε με τα λεγόμενά του σε ομιλία που πραγματοποίησε στο Μέγαρο στις 19 Φεβρουαρίου, με θέμα βεβαίως τον Σούμπερτ και τη μουσική του. Εξέφρασε τεκμηριωμένα την άποψη ότι ο Σούμπερτ ανήκει στους μέγιστους, κάτι για το οποίο ουδείς πραγματικά φιλόμουσους αμφιβάλει!

 

Όπως ουδείς πραγματικά φιλόμουσος Αθηναίος αμφιβάλει για τις λατρευτικές ερμηνείες της Ελίζαμπετ Λεόνσκαγια, αφού οι επισκέψεις της στη χώρα μας, στην Αθήνα κυρίως, κάθε άλλο παρά σπάνιες είναι. Από τα τρία ρεσιτάλ της που είναι καταγραμμένα στη μνήμη τα δυο ήταν εστιασμένα αποκλειστικά στη μουσική του Σούμπερτ. Αυτή βεβαίως δεν έλλειπε και από το τρίτο. Την πρωτακούσαμε στο ΜΜΑ στον κύκλο «Μεγάλοι ερμηνευτές» να συμμετέχει στο έτος Σούμπερτ – 200 χρόνια από τη γέννησή του – ερμηνεύοντας σαγηνευτικά στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής – μετέπειτα Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης – στις 13 Μάϊου 1997 τους Αυτοσχεδιασμούς (Impromptus) 5-8 D935,  τη Φαντασία του Οδοιπόρου (Wanderer Fantasie) D760 και τη μεγαλειώδη Σονάτα – και τελευταία του Σούμπερτ – σε σι ύφεση μείζονα  D960. Το ίδιο ακριβώς πρόγραμμα, με μια μικρή αλλαγή, απολαύσαμε στις 10 Ιουνίου 2004 στο Παλαμήδι του Ναυπλίου, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του 13ου Φεστιβάλ Ναυπλίου. Εκεί, στον ξεχωριστό αυτό χώρο, ερμήνευσε αντί των Αυτοσχεδιασμών τα τρία Κομμάτια για πιάνο (Klavierstücke) D946 (Op.90). Η πρόσληψη των ερμηνειών της ήταν τελείως διαφορετική εξαιτίας του χώρου, αλλά και της απόστασης από αυτήν, που ήταν ελάχιστη. Η αίσθηση ήταν ότι «έπαιζε αποκλειστικά για μένα»! Μολονότι ο χώρος ήταν υπαίθριος, νοιώθαμε ότι ακούγαμε μουσική σε ένα δωμάτιο! Είχαμε τότε την ευκαιρία και τη  χαρά να τη γνωρίσουμε, να συνδειπνήσουμε και βεβαίως να συζητήσουμε για τον αγαπημένο και των δυο Σούμπερτ και τη μουσική του. Τα τρία Κομμάτια για πιάνο D946 είχε ερμηνεύσει και στο ρεσιτάλ της στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής του ΜΜΑ, το οποίο είχε πραγματοποιήσει στις 16 Οκτωβρίου 2001. Αμιγώς ρομαντικό το πρόγραμμα είχε δομηθεί με μουσική, εκτός του Σούμπερτ, Μπετόβεν, Λιστ και Ραχμάνινοφ. Δυο ακόμη φορές είχαμε γίνει ευτυχισμένοι μάρτυρες της ερμηνευτικής προσφοράς της, σε Κοντσέρτα, όμως, αυτές: στις 14 Δεκεμβρίου 1998 ερμήνευσε στο ΜΜΑ το Κοντσέρτο αρ. 24 του Μότσαρτ συνοδευόμενη από την Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής, με αρχιμουσικό τον Αλέξανδρο Μυράτ και στις 3 Νοεμβρίου 2017 – πριν ακριβώς ένα χρόνο δηλαδή – ερμήνευσε, πάλι στο ΜΜΑ, το Κοντσέρτο αρ. 4 του Μπετόβεν συνοδευόμενη από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών με αρχιμουσικό τον Στέφανο Τσιαλή.

 

Επομένως είχαμε ικανή ακροαματική εμπειρία των ερμηνειών της σε ρεσιτάλ και κοντσέρτα και βεβαίως μεγάλου μέρους της πλούσιας και συχνά βραβευμένης δισκογραφίας της όταν προσήλθαμε στην κατάμεστη Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος του Μεγάρου Μουσικής για να παρακολουθήσουμε το πρώτο από τα ρεσιτάλ του κύκλου με τις Σονάτες του Σούμπερτ. Το ρεσιτάλ πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018. Είχε προγραμματίσει σε αυτό τη Σονάτα σε λα ελάσσονα D.537, έργο του 1817, τη Φαντασία σε ντο μείζονα D.760, γνωστή ως Φαντασία του οδοιπόρου, έργο του 1822 και τη Σονάτα σε σολ μείζονα D.894, έργο του 1826. Παρατηρώντας το πρόγραμμα ο ενδιαφερόμενος διαπιστώνει ότι αυτό εκτείνεται σε όλη σχεδόν τη σχετική δημιουργική περίοδο του συνθέτη: 1817, 1822, 1826.  Παρατηρώντας το πρόγραμμα και των τριών ρεσιτάλ της τρέχουσας περιόδου, διαπιστώνει ότι καθένα τους ολοκληρώνεται με μια από τις τρεις μόνο Σονάτες του Σούμπερτ, οι οποίες εκδόθηκαν στη διάρκεια της σύντομης ζωής του – μόνο τριάντα ένα χρόνια, θυμίζουμε, έζησε! Στον κατάλογο των έργων του, τον οποίο συνέταξε ο Αυστριακός μουσικολόγος Όττο Έριχ Ντόυτς (Otto Erich Deutsch, εξ ου και το D συνοδευόμενο από έναν αριθμό που προσαρτάται στα έργα του) και ο οποίος πρωτοεκδόθηκε το 1951 είναι καταγραμμένες 21 Σονάτες για πιάνο. Ο Σούμπερτ, όμως, ολοκλήρωσε μόνον τις έντεκα (!) από αυτές. Από τις υπόλοιπες, τις ημιτελείς, σε έξι λείπει ένα μέρος και σε όσες απομένουν περισσότερα. Εκτός αυτών η Φαντασία σε ντο μείζονα,  που ονομάζεται Φαντασία του οδοιπόρου επειδή καθένα από τα τέσσερα μέρη της αρχίζει με  παραλλαγή της μελωδίας του τραγουδιού του Σούμπερτ «Ο οδοιπόρος», έχει δομή και έκταση που προσομοιάζουν αυτών της παραδοσιακής σονάτας, μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί σονάτα. 

 

Έστω και αν άρχισε τις ερμηνείες της κάπως διστακτικά η Λεόνσκαγια, από την πρώτη στιγμή διακήρυξε το σπάνιον της προσφοράς της. Οι περισσότεροι ερμηνευτές προσεγγίζουν την παρτιτούρα με πρόθεση να ευχαριστήσουν πρώτα τους εαυτούς τους ή/και τους ακροατές και μετά τη μουσική. Η Λεόνσκαγια έδειξε ότι εκείνο που την ενδιαφέρει πρωτ’ απ’ όλα είναι η μουσική. Εκείνο, μάλιστα, που υπάρχει πέρα από την παρτιτούρα: η σκέψη, η πρόθεση, η ψυχοσύνθεση του πλαστουργού. Το ένοιωθες στο πέρασμα του ήχου από τον ακουστικό πόρο στον νου και την ψυχή. Το έβλεπες στην έκφραση του προσώπου της που φανέρωνε καταλυτική αφοσίωση στους μουσικούς βηματισμούς της. Όχι με τη διάθεση της κατάκτησης, αλλά με εκείνη της διεισδυτικής αφομοίωσης και υποταγής στα θέλω του δημιουργού. Όσο περνούσε ο χρόνος του ξετυλίγματος του μουσικού κουβαριού, τόσο αναδεικνυόταν η μουσική ευαισθησία της και η ανυπόκριτη αγάπη και αφοσίωσή της σε αυτό που γινόταν για αυτήν ο υπέρτατος λόγος ύπαρξης. Κάθε φράση της φώτιζε και αναδείκνυε το υπέροχο τραγούδι χωρίς λόγια που υπάρχει σε όλο σχεδόν το ανάπτυγμα της υπέροχης μουσικής του ενός και μοναδικού Φραντς Σούμπερτ. Ο στοχασμός διαδεχόταν το πάθος και ξαναοδηγούσε σ’ αυτό με τον φυσικότερο τρόπο, προκαλώντας στον ακροατή σπάνια ευφορία και αλλεπάλληλα κορυφώματα συγκινησιακής απόλαυσης.

 

Σπάνια συναισθήματα προκαλούσε η μουσική καθώς σταδιακά μετέβαινε από το βιενέζικο ανάλαφρο της πρώτης σονάτας, στο απαύγασμα του πόνου της τελευταίας. Τόσο υπέροχο Σούμπερτ δεν έχουμε ακούσει σε ρεσιτάλ. Και ας μην ήταν τέλειες τεχνικά οι ερμηνείες της. Κάπου χάθηκε στην ερμηνεία της Σονάτας σε λα ελάσσονα, ενώ στη φούγκα που υπάρχει στο τέταρτο μέρος της Φαντασίας, πάτησε ένα λάθος πλήκτρο με το αριστερό της χέρι και αντέδρασε σε αυτό συγκινητικά με έναν αθώο, αμήχανο, γλυκό μορφασμό! Κι άλλες  τέτοιες αστοχίες αν περιείχε  η ερμηνεία της θα τις είχαμε λησμονήσει όλες, μια και δεν θα μας είχαν εμποδίσει να ξανασυναντήσουμε τον πραγματικό Σούμπερτ: αυτόν στον οποίο συνυπάρχουν η χαρά με τον πόνο, το φως με το σκοτάδι, ο Απόλλωνας με τον Διόνυσο. Για την καινούρια συνάντηση που μας γέμισε με αισθητική ηδονή οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ σε αυτή τη μεγάλη και σπουδαία κυρία του παλιού καιρού με την εικόνα της αρχόντισσας,  την Ελίζαμπετ Λεόνσκαγια. Εκτός από τον υπέροχο Σούμπερτ συναντήσαμε εκείνη τη βραδιά και ένα υπέροχο ακροατήριο. Ή σχεδόν υπέροχο – σπάνιο για την περίπτωση και την εποχή – ακροατήριο.

 

 

Κάποιο βηχαλάκι στο βάθος της αίθουσας, κάποια στιγμή, μας υποχρέωσε να προσθέσουμε τη λέξη σχεδόν. Όμως τέτοια κατάνυξη, σεβασμό, πειθαρχία και αφοσίωση σε ομοειδή  μουσική εκδήλωση η μνήμη δυσκολεύεται να ανακαλέσει. Η ανταμοιβή; Δυο απολαυστικά  και απολαυστικά ερμηνευμένα ανκόρ: με τη σειρά το Πρώτο σε μι ύφεση ελάσσονα και χαρακτηρισμό ρυθμικής αγωγής allegro assai, από τα τρία Κομμάτια για πιάνο D. 946, έργο του 1828, και την Τρίτη σε σολ ύφεση μείζονα και χαρακτηρισμό ρυθμικής αγωγής andante, από τις τέσσερις Εμπρομπτύ (Αυτοσχεδιασμούς) D.899 (Op. 90), έργο του 1927,  που είχαν βεβαίως την υπογραφή του Φραντς Σούμπερτ και τη σφραγίδα της Ελίζαμπετ Λεόνσκαγια. Ανυπομονούμε να τους συναντήσουμε ξανά.